
Το σενάριο είναι της μιας γραμμής: το ανώνυμο πλάσμα που χειρίζεται ο παίκτης είναι ένα απειροελάχιστο τμήμα του Void, της αχανούς μαύρης μάζας του τίποτα, που κάποια στιγμή αποκτά συνείδηση της ύπαρξής του και αποκόπτεται. Το Void όμως δεν θα το αφήσει να περάσει έτσι, στέλνει στο κατόπι του τα πλάσματά του και στο τέλος κάθε επιπέδου καταδιώκει το πλάσμα (ας το πούμε Nihil) με αποτέλεσμα να καταβροχθίσει και τον κόσμο. Ο Nihil όμως δεν είναι ανυπεράσπιστος, καθώς όσο εξερευνά αποκτά τον έλεγχο χρωμάτων με διαφορετικές ιδιότητες το καθένα. Το μπλε δημιουργεί μια παγωμένη επιφάνεια, το κόκκινο μια πυρωμένη, το πράσινο μια ελαστική, το καφέ μια κολλώδη και το κίτρινο είναι αγωγός του ηλεκτρισμού. Με αυτά τα εργαλεία λύνει τους διάφορους γρίφους και προχωρά.

Το campaign του Nihilumbra είναι ανάξιο λόγου. Οι γρίφοι είναι πολύ εύκολοι και ολοφάνεροι, η διάρκειά του κάτω από το τρίωρο, η μουσική αδιάφορη και ο εκφωνητής απλά εκνευριστικός. Είναι μια μονότονη φωνή που ξεστομίζει ασυναρτησίες περί ενοχής, ύπαρξης και φυγής και μόνος τρόπος να τον ξεφορτωθεί ο παίκτης είναι να κλείσει τον ήχο. Το κυριότερο, το παιχνίδι είναι ανιαρό. Ένα επαναλαμβανόμενο πράγμα βασισμένο σε trial and error λογικές που δεν οδηγεί πουθενά και απογοητεύει, ενώ υπάρχουν παντού ενδείξεις για το πώς λύνονται οι γρίφοι. Ο χειρισμός είναι επαρκής, απλός και με καλή ανταπόκριση, αν και τα hitboxes είναι μερικές φορές εκτός τόπου και χρόνου. Ο Nihil κινείται με τα βελάκια ενώ με το ποντίκι τοποθετεί τα χρώματα. Όταν πρέπει να εκτελεσθούν ενέργειες εν κινήσει ο παίκτης ίσως μπερδευτεί, αλλά τουλάχιστον δεν απαιτείται υπερβολική ακρίβεια στο ποντίκι. Ο οπτικός τομέας είναι συμπαθητικός αλλά δεν έχει να επιδείξει κάτι ιδιαίτερο. Απεναντίας θα χαρακτηριζόταν μάλλον κοινότοπος.

Με βάση όλα αυτά, ο τίτλος θα έπαιρνε ένα 4 ή επιεικές 5 και θα πηγαίναμε παρακάτω. Το πραγματικό παιχνίδι όμως ξεκινά στο Void mode. Ο παίκτης παίζει στους ίδιους πέντε κόσμους με πριν αλλά οι πίστες είναι τελείως διαφορετικές και έχει όλα τα χρώματα στη διάθεσή του. Το ουσιαστικό είναι πως -επιτέλους- οι γρίφοι είναι και πολύπλοκοι και προκλητικοί, ενώ επιτρέπουν πολλαπλές λύσεις. Συχνά απλώνονται σε δύο ή περισσότερες οθόνες και απαιτούν προσεκτική παρατήρηση και ανάλυση, ενώ εμφανίζονται και νέοι αντίπαλοι. Εδώ, ο μηχανισμός του χρωματισμού (το απλό κλικ και σύρσιμο του δείκτη) δείχνει την αξία και τις δυνατότητές του, προσφέροντας αυτό που θα έπρεπε να κάνει από την αρχή. Οι γρίφοι είναι στην πλειονότητά τους καλοστημένοι και με ευρηματικότητα. Δε λείπουν όμως και εδώ κάποια ενοχλητικά στοιχεία, όπως θάνατοι με το που μπαίνει σε μια οθόνη ο παίκτης και μια trial and error λογική σε κάποια σημεία. Επίσης δεν υπάρχουν ladders, time trials ή speed runs, ούτε περιεχόμενο από την κοινότητα.
Ολοκληρώνοντας, το Nihilumbra κρύβει τα θετικά του κάτω από μια στοίβα αρνητικών. Ο παίκτης πρέπει να υποστεί ένα ανούσιο, κακοστημένο και ενοχλητικό campaign για να ανοίξει το κυρίως πιάτο και να απολαύσει ένα μηχανισμό όχι πρωτότυπο αλλά που τουλάχιστον αφήνει χώρο για δημιουργικότητα. Μέχρι τότε όμως ο παίκτης πολύ πιθανόν να έχει χάσει το ενδιαφέρον του. Στο τμήμα της αισθητικής - έναν όρο που η καλή απόδοση είναι άρρηκτα δεμένη με τα indie games - δε διεκδικεί δάφνες, προσφέροντας ένα απλά καλό αποτέλεσμα. Η ηχητική επένδυση είναι μετριότατη, με τον εκφωνητή και τις ατάκες του να είναι από τους χειρότερους τον τελευταίο καιρό. Στο θέμα του σχεδιασμού, το Void mode προσφέρει ένα σεβαστό επίπεδο πρόκλησης με διάφορες μορφές, οπότε αποζημιώνει και κυρίως προσφέρει τα απαιτούμενα. Από την άλλη, μετά την ολοκλήρωσή του δε δίνονται παραπάνω κίνητρα ενασχόλησης. Σε ένα χώρο με ονόματα όπως Abe's Odyssey, Braid και Trine, το Nihilumbra είναι μια δευτερεύουσα πρόταση και μέχρις εκεί.
Η CD Projekt RED δεν έχει ανακάμψει πλήρως από το λανσάρισμα του Cyberpunk 2077





Respect στο όνομα... Νιγηριανός άσσος, ομάδας Γ Εθνικής?
Το είχα κατεβάσει στο iphone όσο ήταν εν ζωή. Μου φάνηκε όμορφο και καλό σαν ιδέα, αλλά δεν με κράτησε πολύ.
Κρίμα, αλλά έτσι είναι η ζωή. Υπάρχουν και κακοί τίτλοι.