
Ο Abbott Conroy είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς σε αυτό το χάος, ένας αξιωματούχος που κηρύσσει την λιτότητα, την υπακοή και το σεβασμό στην αρχή. Ο νεαρός Robert είναι ο βοηθός του και κάτι σα θετός γιός, ένα καλοκάγαθο πλάσμα που δεν έχει αφήσει ποτέ το παλάτι και βλέπει τον Conroy σα θεό του, παρά την άσχημη συμπεριφορά και τις τιμωρίες του τελευταίου. Όταν, λοιπόν, ένα περιστέρι κλέψει το αγαπημένο φυλαχτό του Conroy, ο Robert θα πληρώσει τη νύφη καθώς ο επίσκοπος θα το πετάξει έξω από το παλάτι στέλνοντάς τον να το φέρει πίσω. Καθώς ο μικρός όμως είναι τελείως άπειρος, αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάζεται ειδικά όταν συναντά την όμορφη καταζητούμενη Laura. Μαζί λοιπόν θα ξεκινήσουν για ένα ταξίδι που αποκαλύπτει πολλά ένοχα και ξεχασμένα μυστικά. Το πρώτο πράγμα που νιώθει ο παίκτης όταν ξεκινά το Inner World, και φέρνει κατευθείαν στη μνήμη το Grim Fandango, είναι το ίδιο αίσθημα πως τα πράγματα είναι πιο βαθιά απ'όσο φαίνονται. Ναι, τα γραφικά είναι σχεδιασμένα στο χέρι με καρτουνίστικο στυλ και υπάρχει χιούμορ, αλλά κάτω από το κάλυμμα κρύβονται πολλά. Ένας κόσμος εξαθλιωμένος, παραιτημένος και τρομαγμένος, χαρακτήρες που έχουν οδηγηθεί στην τρέλα για να ξεφύγουν από τις ενοχές τους, η δίψα για εξουσία, η πράξη της αντίστασης και μια όμορφη μεταφορά ουσίας για τη σχέση ζωής και τέχνης σχηματίζουν ένα γλυκόπικρο καμβά που δε μένει στην εμφάνιση.

Οι developers έχουν εμφυσήσει ζωή και βάθος σε κάθε μικρό και μεγάλο χαρακτήρα που περνά από την οθόνη, αλλά και έχουν δημιουργήσει μια μικρή, σχετικά απλή μα στέρεα και πρωτότυπη μυθοπλασία όπου όλα δένουν αρμονικά μεταξύ τους ως το τελικό επιμύθιο. Πρόκειται για ζωντανό και ολοκληρωμένο κόσμο που έχει δημιουργηθεί σα μέσο αφήγησης και συζήτησης, όχι σαν "κατάλληλο" σκηνικό ενός adventure. Τα παραπάνω, όμως, θα ήταν κενό γράμμα αν αυτή η λογική δεν απεικονιζόταν στο gameplay. Εδώ η Headup Games αξίζει συγχαρητηρίων. Από την αρχή είναι εμφανές πως πρόκειται για έναν κόσμο ιδιαίτερο, με διαφορετικούς κανόνες και λογική από το δικό μας, και οι γρίφοι χρήζουν αντίστοιχης προσέγγισης. Ενώ σε πρώτη ανάγνωση θα φανούν σα σύνολα τυχαίων ενεργειών, σε δεύτερη φάση αποκαλύπτεται πως έχουν μια εντελώς στέρεα, εσωτερική δομή που δένει άψογα με τον περίγυρο. Ο παίκτης θα πρέπει να παρακολουθήσει, να θυμηθεί, να σκεφτεί και, κυρίως, να καταλάβει. Το The Inner World δεν είναι ένα απλό σουρεάλ adventure μα κάτι πολύ πιο ξεχωριστό, και για αυτό πολύ πιο σπάνιο και αξιόλογο.

Η ανάγκη συλλογής πληροφοριών και στοιχείων είναι διαρκής, γιατί κάθε άλλο παρά δίνονται στο πιάτο. Ενώ σε σύγχρονα adventures συνηθίζεται να υπάρχουν λίγο πολύ φανερά hints σχετικά με τον τρέχοντα γρίφο υπό τη μορφή των λειτουργιών look/examine, και μάλιστα συνήθως στον ίδιο χώρο, εδώ η βοήθεια αυτού του είδους είναι πολύ λιγότερη. Τα στοιχεία είναι υπαρκτά μα εσκεμμένα αμυδρά, οπότε ο παίκτης απαιτείται να κάνει αρκετούς λογικούς συνειρμούς, ενώ σημαντικό κομμάτι παίζει η συσσωρευμένη γνώση του τίτλου. Ενέργειες που έλυναν ένα γρίφο στο παρελθόν (πχ. το να λάμψει ένα πλασματάκι) θεωρούνται δεδομένες και δεν υπενθυμίζονται.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι προκλητικό ακόμα και για τον έμπειρο παίκτη και αυξάνει κατακόρυφα την απόλαυση που προσφέρει ο τίτλος. Τέλος, τα κύρια πρόσωπα του τίτλου αφήνουν έντονο το στίγμα τους. Ο Robert είναι καλόβολος και αθώος σε βαθμό εκνευρισμού μα όχι χαζός. H Laura από την άλλη, εκτός από δυναμική είναι και απίστευτα δύστροπη και αιχμηρή, χωρίς να της λείπει η ευαισθησία. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν έχουν τύχει λιγότερης προσοχής, απλά εμφανίζονται λιγότερο από τους δύο πρωταγωνιστές. Καμπαρετζούδες, ξεπεσμένοι ιερείς, απατεώνες, διχασμένες προσωπικότητες, πανίβλακες φρουροί, αποτελούν ένα πολύχρωμο και αντιπροσωπευτικό καστ. Σε συνδυασμό με το ώριμο και, ενίοτε, ενήλικο ύφος των διαλόγων, κάνουν σύντομα ξεκάθαρο το ότι ο τίτλος απευθύνεται σε σκεπτόμενους ενήλικες.

Τεχνικά, το The Inner World είναι αρτιότατο. Η αισθητική των γραφικών δίνει έναν απατηλό αέρα παιδικής ιστορίας, δημιουργώντας την αίσθηση βιβλίου για μικρές ηλικίες. Οι ρυθμίσεις είναι, ως είθισται, μηδαμινές, αλλά το αποτέλεσμα από πλευράς animation και ομαλότητας είναι απόλυτα ικανοποιητικό, τόσο στο παιχνίδι όσο και στα cutscenes. Οι ομιλίες και η ηθοποιία είναι αντίστοιχου επιπέδου, με ταιριαστές φωνές που αποδίδουν σωστά το ρόλο. Η μουσική δίνει τον απαιτούμενο ιδιαίτερο τόνο με ανάλαφρα, ενίοτε μελαγχολικά θέματα, και δένει πολύ ωραία με τα τεκταινόμενα. Χωρίς να είναι αριστουργηματική, είναι η απολύτως κατάλληλη. Ο χειρισμός είναι εξαιρετικός. Όταν ο δείκτης περνά πάνω από ένα σημείο αλληλεπίδρασης ή ένα αντικείμενο στο inventory εμφανίζονται τα αντίστοιχα σύμβολα, ενώ με drag and drop γίνονται οι κατάλληλοι συνδυασμοί. Το pixel hunting ή οποιοδήποτε συνηθισμένη ατέλεια point and click χειρισμού απουσιάζει πλήρως. Το hint system είναι αυτό ακριβώς που λέει το όνομά του: σε κάθε κεφάλαιο υπάρχει ένα ειδικό εικονίδιο που εμφανίζει ένα σημειωματάριο. Εκεί ο παίκτης αποκαλύπτει σταδιακά όλο και πιο ξεκάθαρες συμβουλές για το πώς να κινηθεί. Το The Inner World είναι μια κυκλοφορία που παρόμοιά της είχε πολύ καιρό να εμφανιστεί.

Δεν είναι ένα απλό ονειρικό, συναισθηματικό adventure. Είναι μια ολοκληρωμένη, αυθύπαρκτη δημιουργία με ουσία, σκέψη και ουσιαστικά ενήλικο περιεχόμενο. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια παιδική ιστορία για μεγάλους. Όπως και το Grim Fandango, όχι μόνο κάθε πλευρά του τίτλου αποκαλύπτει ένα κομμάτι της ώριμης κεντρικής ιδέας που πραγματεύεται το σενάριο, αλλά και ο παίκτης μέσω της δομής των γρίφων και του gameplay υποχρεώνεται να λειτουργήσει σα μέρος και γνώστης του κόσμου, όχι σαν απλός επισκέπτης. Αυτό το δέσιμο υποβάθρου και gameplay είναι που κάνει τους δύο τίτλους συγγενικούς, παρά τις σημαντικές διαφορές στην παραγωγή και την εποχή.
Χωρίς να υστερεί ποιοτικά (και σε τελική ανάλυση είναι απόλυτα αναμενόμενο) αυτό είναι και το κομμάτι όπου το The Inner World υστερεί συγκριτικά. Δεν εισάγει κάποια καινοτομία, όπως ο τρισδιάστατος κόσμος και ο μη point and click χειρισμός τότε, ενώ και σαν τίτλος είναι σημαντικά μικρότερος. Ένας έμπειρος παίκτης θα χρειαστεί 6 με 8 ώρες. Αυτές οι ώρες όμως είναι από τις ποιοτικότερες, πλουσιότερες και πιο ξεχωριστές που θα περάσει με ένα σύγχρονο adventure και στο τέλος θα νιώσει τη λύπη ενός πλήρους ταξιδιού.
Η CD Projekt RED δεν έχει ανακάμψει πλήρως από το λανσάρισμα του Cyberpunk 2077





Μα πως ψήνομαι να το πάρω με αυτή την επάνοδο μου στο gaming...
Να πω την αλήθεια δεν το ήξερα το συγκεκριμένο αλλά φαίνεται αρκετά ενδιαφέρον!
πολυ καλο μου φαινεται...
Αν όντως είναι σαν το grim fandago τότε έιναι άψογο!
Φαινεται super