
Ένα μυστηριώδες κορίτσι θα σταθεί η αιτία να επέλθουν σημαντικές αλλαγές, τόσο στην ιστορία όσο και στο ίδιο το gameplay, ενώ οι στιγμές που θα μοιράζεται με τον πρωταγωνιστή θα ξυπνήσουν στη μνήμη των οπαδών παλιές κλασικές στιγμές Final Fantasy. Η υπόθεση, παρόλο το γραμμικό και προβλέψιμο στοιχείο που τη χαρακτηρίζει, πολλές φορές ξαφνιάζει ευχάριστα κι εκεί που θα περίμενε κανείς να ολοκληρωθεί, συνεχίζει ακάθεκτα την εξιστόρηση των γεγονότων, προσφέροντας συνεχείς κορυφώσεις. Ακόμα και οι "κακοί" του τίτλου, διαφέρουν αισθητά από τα στερεότυπα ενός RPG και κρύβονται καλά κάτω από τον μανδύα του απρόβλεπτου. Η εξέλιξη της ιστορίας πραγματοποιείται μέσα από κεφάλαια, η συνολική διάρκεια των οποίων δύσκολα θα ξεπεράσει τις 20 ώρες. Ο σεναριακός κορμός μοιάζει σαν ένα μεσαιωνικό παραμύθι το οποίο, όμως, απευθύνεται σε πιο ώριμη ηλικία παικτών, κάτι το οποίο φροντίζουν να το υπενθυμίζουν συχνά οι δημιουργοί του τίτλου, τόσο μέσω των ζητημάτων που έρχονται στην επιφάνεια όσο και μέσω του ίδιου του οπτικού τομέα του τίτλου.

Γκρίζα τοπία είναι τα χαρακτηριστικά του κόσμου του The Last Story, δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα που επηρεάζει άμεσα και τη διάθεση του παίκτη, βοηθώντας τον να εγκλιματιστεί στο περιβάλλον της παραγωγής και να ζήσει τα γεγονότα σα νοερός παρατηρητής. Υπάρχουν, όμως, διαλείμματα που δίνουν στον οπτικό τομέα τις κλασικές μαγικές στιγμές ενώ παλιού καλού ανατολικού RPG, με τη φύση να παίζει σημαντική παρουσία και να φωτίζει τα σκοτεινά σημεία της παραγωγής με ζεστά, φωτεινά χρώματα και χαλαρωτικά ακούσματα, όπως το φως των κεριών που φωτίζει μία διχασμένη σε φθινοπωρινή και καλοκαιρινή υπόσταση νύχτα και τα τριζόνια που αρνούνται να αποχαιρετήσουν την αγαπημένη τους εποχή... Υπάρχει μία πόλη που λειτουργεί σαν κεντρικό hub προσφέροντας πρόσβαση σε όλα τα βασικά σημεία του Lazulis Island, ονομασία που ξυπνάει αναμνήσεις σε κάθε φανατικό οπαδό της σειράς Final Fantasy. Παρόλο που κρατάει το μονοπώλιο ως βασική περιοχή, η πόλη αυτή δείχνει ζωντανή γεμάτη λεπτομέρεια και χαρακτηριστικά που θα ικανοποιήσουν πλήρως και τον πιο απαιτητικό RPG gamer.

Τα γραφικά δείχνουν να προσπαθούν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να αποδώσουν στο μέγιστο βαθμό, καταφέρνοντας άλλοτε να φτάνουν στα άκρα τις δυνατότητες του Wii και άλλοτε να το γονατίζουν, με τίμημα τη φαινομενική πτώση του frame rate καθώς και τις χοντροκομμένες υφές στα αντικείμενα του χώρου. Ο ακουστικός τομέας είναι εξαιρετικός και συναντά τις προσδοκίες που είχαν όλοι όσοι γνωρίζουν το εκπληκτικό έργο του Nobuo Uematsu σε παρελθοντικούς τίτλους. Αυτό που κάνει την πιο ευχάριστη έκπληξη στον ακουστικό τομέα είναι η μεταγλώττιση που πραγματοποιήθηκε από την ιαπωνική γλώσσα.
Μπορεί σαν επιλογή τα ιαπωνικά να μην είναι διαθέσιμα, αυτό όμως εύκολα μένει στο περιθώριο, αφού οι αγγλικές φωνές των ηθοποιών δίνουν μία ακόμα νότα ποιότητας και σωστής δουλειάς στην όλη παραγωγή. Μάλιστα, η βρετανική διάλεκτος αγγίζει και, ίσως, ξεπερνάει την αντίστοιχη ποιότητα του Xenoblade Chronicles, ενώ η σκωτσέζικη προφορά που υιοθετούν κάποιοι χαρακτήρες ταιριάζει απόλυτα με το κλίμα της παραγωγής μιας και τα κάστρα που κυριαρχούν σαν πολιτιστικό στοιχείο, παρασύρουν το συνειρμό του παίκτη και τον μεταφέρουν πίσω στη μεσαιωνική Σκωτία. Είναι από τις λίγες φορές, που η γλώσσα που επιλέχθηκε για τη δυτική κυκλοφορία του τίτλου, αρμόζει περισσότερο από ό,τι η ιαπωνική. Και τι πιο σημαντικό από το ίδιο το gameplay; Κατά το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, ο παίκτης χειρίζεται αποκλειστικά τον Zael ενώ, στην πορεία, προσφέρεται η δυνατότητα να δίνει ο παίκτης εντολές κατά μήκος ολόκληρης της ομάδας.

Το The Last Story προσπαθεί να διατηρήσει το ιαπωνικό προφίλ στο σύστημα μάχης, αλλά το «νοθεύει» με ολοένα και περισσότερα δυτικά στοιχεία. Καταρχάς, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι ο τίτλος υποστηρίζει τόσο το Wii Remote με το Nunchuck όσο και το Classic Controller, με το τελευταίο να αποτελεί ίσως την ιδανικότερη επιλογή για την καλύτερη αποκόμιση της εμπειρίας. Οι μάχες είναι "ημι-αυτοματοποιημένες" και αρκεί να πλησιάσει ο ήρωας τον εχθρό για να ξεκινήσει αυτόματα η επίθεση. Το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί να αλλάξει μέσα από το μενού, αλλά υπάρχουν παράμετροι σε κάθε μάχη που ίσως απωθήσουν τον παίκτη να καταφύγει στην επιλογή αυτή. Οι μάχες λαμβάνουν χώρα σε πραγματικό χρόνο και προσφέρονται δυνατότητες όπως stealth, dodge, roll αλλά και οπτική πρώτου προσώπου για τη χρήση ranged όπλων. Κατά αυτόν τον τρόπο το σύστημα μάχης αποκτά μία περισσότερο στρατηγική υπόσταση, κάτι στο οποίο συντελεί και το γεγονός ότι υπάρχει η δυνατότητα να παγώσει ο παίκτης το χρόνο και να επιλέξει τη στρατηγική που θα επιλέξει. Το level design επιτρέπει τη χρήση του περιβάλλοντος προς όφελος του παίκτη αλλά κρύβει και κινδύνους που καλό είναι να λαμβάνονται υπόψη...

Εξάλλου πριν την έναρξη κάθε μάχης, προσφέρεται μία πανοραμική άποψη του πεδίου μάχης καθώς και τον εχθρών που το απαρτίζουν, στοιχεία που καταλήγουν εγχειρίδια στα χέρια των παικτών για την επιλογή της καταλληλότερης στρατηγικής. Ένα από τα πιο ζωτικά χαρακτηριστικά του συστήματος μάχης είναι η δυνατότητα Gathering, η οποία προσφέρει μία ακόμη δυτική πινελιά στον τίτλο. Κατά την εκτέλεση της δυνατότητας αυτής, ο Zael γίνεται το... tank της ομάδας, συγκεντρώνοντας τα βλέμματα και τα πυρά των εχθρών στον εαυτό του, δίνοντας κατά αυτόν τον τρόπο την ευκαιρία στους μάγους της ομάδας να εκτελέσουν τα χρονοβόρα spells τους αλλά και στους άλλους χαρακτήρες να επιτίθενται ανελέητα στους εναπομείναντες εχθρούς. Όσο παραμένει επιθετικός ο Zael, μπορεί και αναπληρώνει μέρος της ενέργειάς του, οπότε η σωστή χρήση του Gathering, θα αποτρέψει κάθε πιθανή ήττα. Ακόμα, όμως, κι αν πέσει στο πεδίο μάχης κάποιος χαρακτήρας έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει είτε μέσω healing είτε μέσω χρήσης ζωών, οπότε ο θάνατος είναι ένα στοιχείο που σπάνια θα απασχολήσει τον παίκτη, κάνοντας το The Last Story να δείχνει περισσότερο φιλικό στους αρχάριους.

Οι Area of Effect επιθέσεις (τα ξόρκια κυρίως) αφήνουν στο πέρασμά τους θραύσματα της δύναμής τους. Για παράδειγμα η φωτιά, θα αφήσει πύρινα θραύσματα στο έδαφος, δίνοντας την ευκαιρία στην παραγωγή να συστήσει μία ακόμη δυνατότητα, την κίνηση Gale. Μέσω του Gale, όποιο στοιχείο έχει αφήσει τα ίχνη του στο περιβάλλον μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δώσει επιπλέον elemental damage στα όπλα των χαρακτήρων, κάτι το οποίο επεκτείνεται ακόμα και στη θεραπεία. Οι συνδυασμοί που μπορούν να προκύψουν είναι σίγουρα πολλοί και, στο σύνολό τους, συμβάλλουν στην ολοκλήρωση ενός ιδιαίτερα ενδιαφέροντος συστήματος μάχης με πολλά παρακλάδια, φρενήρη ρυθμό και, πάνω από όλα, διασκέδαση.
To level up των χαρακτήρων είναι αρκετά κλασικό, χωρίς να προσφέρει μεγάλη παραμετροποίηση, παρόλα αυτά, κάθε χαρακτήρας μπορεί να αποκτήσει τα δικά του skills, να αναβαθμίσει τα όπλα και την πανοπλία του και να διαλέξει ακόμα το χρώμα ολόκληρου του εξοπλισμού του μέσα από μία ειδική παλέτα και, μάλιστα, να διατηρεί το χρώμα που έχει επιλέξει ακόμα και στα cut scenes! To The Last Story είναι από τα ελάχιστα παιχνίδια ρόλων που δεν επικεντρώνονται στο farming και στο grinding, στη διαδικασία δηλαδή ανάπτυξης χαρακτήρων μέσω ασταμάτητου κυνηγιού τεράτων και εχθρών. Υπάρχει η δυνατότητα επιστροφής στα dungeons ή της επανάληψης χαρτών και μαχών αλλά, ουσιαστικά, ο τίτλος δεν αναλώνεται στη διαδικασία αυτή. Δεν υπάρχει καν ικανοποιητικός αριθμός side quests, ενώ τα mini games δείχνουν να λάμπουν δια της απουσίας τους, τουλάχιστον σε βαθμό ποικιλίας και ποσότητας.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν καλά κρυμμένα μυστικά και αντικείμενα ενώ, αργότερα, φανερώνεται και το Seek Mode, προκειμένου να αποκτήσουν οι χαρακτήρες πρόσβαση σε μυστικά αντικείμενα. Το The Last Story θέτει αρκετούς περιορισμούς στον παίκτη και δύσκολα θα εντυπωσιάσει αυτούς που απογοητεύτηκαν από το Final Fantasy XIII. Αυτό, όμως, είναι μία διττή πραγματικότητα για τον τίτλο. Ενώ δεν προσφέρει την ποικιλία ή τη διάρκεια που θα περίμενε κανείς από ένα καλό ανατολικό RPG, δεν επιχειρεί παράλληλα να αυξήσει πλασματικά και τεχνηέντως τη διάρκειά του. Ως καινοτομία στην κατηγορία, προσφέρει κι ένα multiplayer mode 6 ατόμων, το οποίο αφήνει τον παίκτη να επιλέξει μεταξύ Deathmatch, Team Deathmatch και co-op, θέτοντάς τον αντιμέτωπο με άλλους παίκτες ή με εναλλακτικές υποστάσεις των bosses του main campaign. Η διάρκεια και η αξία του multiplayer είναι στοιχεία που δεν μπορούν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο mode ικανό να αιχμαλωτίσει το χρόνο του παίκτη, αν μη τι άλλο όμως είναι μία ενδιαφέρουσα προσθήκη.

Εν κατακλείδι, το The Last Story αποτελεί το δεύτερο από τα τρία μεγάλα RPG κύματα που χτυπούν το Wii λίγο πριν το τέλος της πορείας του - με το Xenoblade Chronicles να προηγείται και το Pandora's Tower να έπεται - δίνοντας μία ποιοτική ανάσταση στην ήδη, κατά το μεγαλύτερο μέρος, γερασμένη και ταλαιπωρημένη casual βιβλιοθήκη του συστήματος της Nintendo και σίγουρα αποτελεί μία από τις καλύτερες στιγμές του Wii, ακόμα κι αν άργησε να φανεί. Το αν στέκεται ισάξια δίπλα στις προηγούμενες παραγωγές της Mistwalker ή ακόμα και στο Xenoblade Chronicles είναι κάτι καθαρά υποκειμενικό και δύσκολα μπορεί να αναλυθεί στον περιορισμένο χώρο ενός review.
Αυτό που καταφέρνει είναι να συλλέξει αναμνήσεις από το μεγάλο παρελθόν του Final Fantasy (ειδικά του ΙΧ) και, ίσως να παρουσιάσει ένα εναλλακτικά μεταγενέστερο Vagrant Story, ξυπνώντας τις θύμησες αυτές σε ένα πιο σύγχρονο έδαφος και εμπλουτίζοντας τες με ανατολικά καθώς και με δυτικά στοιχεία. Απευθύνεται τόσο στον σκληροπυρηνικό όσο και στον αρχάριο παίκτη και μπορεί να κερδίσει σε ικανοποιητικό βαθμό όποιον αποφασίσει να ασχοληθεί μαζί του. Σίγουρα, θα μπορούσε να είναι ακόμη καλύτερο σαν σύνολο, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι κάπως έτσι ξεκίνησε και το Final Fantasy από τον Sakaguchi, οπότε ίσως να μην είναι η τελευταία ιστορία που θα ακούσουμε...



ωραιο review για εναν ποιοτικο τιτλο του Wii
η αληθεια ειναι οτι περιμενα κατι διαφορετικο απο το sakaguchi... κατι πιο κοντα σε ff. το xenoblade παραμενει απο οτι φαινεται ο καλυτερος jrpg τιτλος του wii
μεγαλη κουβεντα θα πω αλλα το xenoblade παραμενει γενικοτερα ο καλυτερος rpg τιτλος αυτης της γενιας γενικοτερα για εμενα. Και οχι αδικα καθως το δημιουργησε ο developer των xenogear και xenosaga...