Αγαπητέ χρήστη, παρατηρήσαμε οτι έχεις ενεργοποιημένο Ad Blocker.
Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity
** ";

Το κριτήριο σας πρέπει να ειναι τουλάχιστον 3 χαρακτήρες

Midsommar (Μεσοκαλόκαιρο) Review

  • ΗΛΙΚΙΕΣ

    16+

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

    Ari Aster

  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ

    Florence Pugh, Jack Reynor, Vilhelm Blomgren

  • ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
*
Η κριτική μας για την κινηματογραφική ταινία Midsommar (Μεσοκαλόκαιρο) του Ari Aster, με τους Florence Pugh, Jack Reynor, Vilhelm Blomgren.

Μετά από μία οικογενειακή τραγωδία, η Ντάνι ακολουθεί τον αγαπημένο της και την παρέα του σε ένα ταξίδι μυσταγωγίας στη Σουηδία, παρακολουθώντας ένα ντόπιο, σχεδόν παγανιστικό πανηγύρι που αρχικά δείχνει ειδυλλιακό, μα κρύβει κάτι το αναπάντεχα απειλητικό.

Στον κινηματογράφο είμαστε (πρωτίστως) επισκέπτες. Και κατόπιν θεατές. Σχεδόν όπως και στην πραγματική ζωή. Το πέρασμά μας από αυτήν είναι σύντομο και ενίοτε όχι τόσο πλήρες σε εμπειρίες. Γι’ αυτό και παρατηρούμε τα πάντα γύρω μας, σαν ένα «συμπλήρωμα» ζωής. Η πραγματικότητα, βέβαια, δεν εξασφαλίζει πάντα (και) ένα συναρπαστικό «ταξίδι». Γι’ αυτόν το λόγο το σινεμά μοιάζει αρκετά συχνά με έναν ιδανικό «τουριστικό οδηγό», με προορισμούς έξω από το ρεαλιστικό, το εφικτό. Εκ του ασφαλούς πάντοτε, διότι πολλά από αυτά που παρακολουθούμε στη μεγάλη οθόνη δεν θα θέλαμε να τα βιώσουμε (και) στην πραγματικότητα. Είμαστε δειλοί. Υπακούμε στις φοβίες μας. Είμαστε θεατές.



Η κύρια επιδίωξη ενός επισκέπτη είναι… το «σοκ» του καινούργιου. Όπως ένας τουρίστας που ταξιδεύει σε μία άλλη χώρα την οποία δεν έχει επισκεφτεί ξανά στο παρελθόν, ο σκοπός είναι αυτό το καινούργιο βίωμα που θα προστεθεί ως κάτι πρωτόγνωρο στις αναμνήσεις του. Αυτό είναι το σινεμά του Άρι Άστερ. Ακριβώς με την ίδια δυσκολία που είχα να ορίσω το φιλμικό είδος στο οποίο ανήκε το περσινό του κινηματογραφικό ντεμπούτο, «Η Διαδοχή», έτσι κι εφέτος με το «Μεσοκαλόκαιρο», ο χαρακτηρισμός «Δράμα (Τρόμου)» είναι ελαφρώς αυθαίρετος αλλά ίσως ο μοναδικός που μπορεί να πλησιάσει την αίσθηση που σου αφήνει (και) τούτο το έργο. Ο Άστερ χειρίζεται αυτά τα δύο εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους είδη με τρόπο που δεν έχει προηγούμενο στο σινεμά. Αρχικά, σε υποδέχεται με μία απλοϊκή αντίθεση. Η καθαρότητα της εικόνας της Φύσης, μαζί και η σιωπή της, δίνει τη θέση της σε ένα νυχτερινό, φωτισμένο τοπίο πόλης και τον «θόρυβο» μίας τηλεφωνικής κλήσης. Η Ντάνι αγωνιά για την αδελφή της. Έχει ώρες να επικοινωνήσει μαζί της και τα τελευταία μηνύματα που βρήκε από αυτήν στον υπολογιστή της ήταν μάλλον… πεσιμιστικά. Ακολουθεί η σεκάνς της τραγικής αποκάλυψης, μία οπερετικής μεγαλοσύνης σεκάνς που σε ταρακουνάει ως θεατή και είναι ίσως το πιο τρομακτικό θέαμα που επιφυλάσσει η ταινία (εκτός αν η απεικόνιση του body horror σε απωθεί περισσότερο). Η Ντάνι ζητά παρηγοριά στην αγκαλιά του συντρόφου της, Κρίστιαν. Λίγο πριν, οι κολλητοί του ήταν έξαλλοι για τα συχνά τηλεφωνήματα που του έκανε εκείνη, ενώ τα αγόρια τα έπιναν σε ένα bar. Η Ντάνι είναι για την παρέα τού Κρίστιαν μία «σπασαρχίδω» και την ίδια εντύπωση θα έχει και μερίδα του κοινού, μέχρι να τη συμπονέσει για το δράμα που ζει. Ο Κρίστιαν θα της προτείνει να ακολουθήσει την παρέα του σε ένα ταξίδι «μυσταγωγίας» στη Σουηδία, τόπο καταγωγής ενός από τους φίλους του. Εκεί θα παρακολουθήσουν τις τελετές μίας παγανιστικής γιορτής, αντικείμενο πτυχιακής μελέτης (και αντιπαλότητας) για τον Κρίστιαν και τον Τζος, ο οποίος δεν βλέπει με καλό μάτι τον ερχομό της Ντάνι στο ταξίδι.



Στις περισσότερες ταινίες τρόμου στις οποίες μία παρέα φίλων κάνει ένα ταξίδι σε τόπο άγνωστο, η παρουσία του Κακού είναι γνωστή, η κατάληξη προβλέψιμη. Στο «Μεσοκαλόκαιρο», το μόνο «προβλέψιμο» πράγμα είναι αυτή η κατάληξη. Λογικά, όλοι τους θα πεθάνουν. Και, ενδεχομένως, η κεντρική ηρωίδα θα είναι η μόνη που θα επιζήσει. Αυτός είναι ο τρόπος σκέψης του κινηματογραφικού «τουρίστα» που γνωρίζει τα standards του συγκεκριμένου μοτίβου δράσης σε τούτο το genre. Ο Άστερ, όμως, δεν κάνει μία παραδοσιακή ταινία τρόμου. Σχεδόν δεν τον ενδιαφέρει ο τρόμος. Τον ενδιαφέρει το ταξίδι. Η υποκειμενική «παρουσία» σου σε αυτό. Που γίνεται πιο συμμετοχική και έντονη για σένα εδώ διότι ο (φιλμικός) τόπος που επισκέπτεσαι είναι κάτι το καινούργιο. Αυτή η εντελώς απομονωμένη σουηδική κοινότητα / χωριό, στην οποία (ύπουλα) εισερχόμαστε με ένα πλάνο που φέρνει στον νου την κιουμπρική «Λάμψη» (!), ακολουθεί έναν τρόπο ζωής, παραδόσεις και κανόνες που μας είναι ολοκληρωτικά άγνωστοι. Έτσι, ο Άστερ καταφέρνει να μας τοποθετήσει μέσα σε αυτόν τον νέο, λαμπερό (θα επανέλθω σε αυτό) τόπο εντελώς παρθένους. Το βλέμμα μας (θα) επεξεργάζεται το παραμικρό στο κάδρο, ρουφώντας την κάθε λεπτομέρεια πληροφορίας που μας δίνει η εικόνα, αχόρταγα, ερεθιστικά. Όπως ένας τουρίστας θαυμάζει το καινούργιο που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του σε ένα παρθενικό του ταξίδι. Σε ένα μέρος στο οποίο μπορεί και να μην επιστρέψει ποτέ. Γι’ αυτό και πρέπει να εντυπώσει τα πάντα καλά στη μνήμη του.



Αρχικά, το ταξίδι είναι ανέμελο, σχεδόν παραμυθένιο. Ο κόσμος του απέχει έτη φωτός από τον πολιτισμό τού σήμερα και οι παραδοσιακές δραστηριότητες σε αυτόν είναι σχεδόν αστείες. Οι (φιλμικοί) επισκέπτες εγκλιματίζονται λίγο καλύτερα σε αυτόν με τη χρήση παραισθησιογόνων ουσιών που μετατρέπουν την εμπειρία σε ψυχεδελικό trip, παρά τις αντιδράσεις της δικής μας «Αλίκης», που πρέπει να ισορροπήσει αυτό το «σοκ» του καινούργιου (που προανέφερα) με τον έλεγχο του μέσα της, αντιμετωπίζοντας το προσωπικό / οικογενειακό της δράμα αλλά και μία ενδεχόμενη ή επερχόμενη κρίση στην πολύχρονη σχέση της με τον Κρίστιαν. Η Ντάνι είναι ανασφαλής γιατί είναι εκτεθειμένη πραγματικά σε αυτό το καινούργιο, σε αντίθεση με την «εκ του ασφαλούς» στάση μας απέναντι στα δρώμενα. Το ίδιο κι εμείς, αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε αυτό το σύμπαν δράσης σαν έναν αληθοφανή χώρο που το βλέμμα μας επεξεργάζεται αφήνοντας πίσω τη συνείδηση η οποία τείνει να μας υπαγορεύει να διακρίνουμε το ρεαλιστικό από το φανταστικό στο σινεμά. Το «Μεσοκαλόκαιρο» γίνεται σταδιακά και δικός μας τόπος. Μπαίνουμε για τα καλά μέσα του. Και στην πορεία αρχίζουμε να τον φοβόμαστε…



Θα το ξαναπώ. Ο Άστερ δεν ενδιαφέρεται ουσιαστικά για το είδος του σινεμά τρόμου. Αν στη «Διαδοχή» το θέμα ήταν η οδύνη της συνύπαρξης στους κόλπους της «καταραμένης» οικογένειας (και του όποιου γενεαλογικού της δέντρου), εδώ ο σεναριογράφος Άστερ (χωρίς να εγκαταλείπει πλήρως την προβληματική της προηγούμενης ταινίας του) εστιάζει σε μία άλλη διαχρονική μορφή οδύνης: τις ερωτικές σχέσεις ανάμεσα σε δύο ανθρώπους (η σεξουαλικότητα δεν αφορά). Η Ντάνι και ο Κρίστιαν είναι ένα ζευγάρι με διαφορετικά συναισθήματα και ανάγκες, στόχους. Δείχνει να παραμένει στάσιμη σαν υποχρέωση η σχέση τους, επειδή έχουν περάσει χρόνια μαζί και κανένας (ίσως) δεν έχει το κουράγιο να τη «σπάσει». Το ταξίδι αυτό ή θα τους δυναμώσει ή θα τους διαλύσει (αν δεν τους χωρίσει και ο θάνατος, εννοείται…). Και αυτό μετατρέπει το «Μεσοκαλόκαιρο» σε ένα… ψυχόδραμα τρόμου, χωρίς μπεργκμανικές εντάσεις και διαλόγους, όμως. Στο σήμερα οι άνθρωποι δεν μιλάνε μεταξύ τους. Ο Άστερ κάνει σινεμά που αντανακλά στο σήμερα (και πέρα από αυτό). Και επ’ ευκαιρία ας τονιστεί το θέμα της απίστευτης φωτεινότητας των κάδρων, σχεδόν στην πληρότητα τούτου του φιλμ. Ο Πάβελ Πογκορζέλσκι στη διεύθυνση φωτογραφίας έχει ανεβάσει τα contrast στα όριά τους, σχεδόν «καίγοντας» την εικόνα από το εκτυφλωτικό φως, απομακρύνοντας τον θεατή από την προφανή εντύπωση ότι το σκοτάδι είναι αυτό που γεννά τον τρόμο. Εδώ τα πάντα λάμπουν, ολοφάνερα. Ακόμη και η εξέλιξη της πλοκής είναι ολοφάνερη, αν «αποκωδικοποιήσεις» σωστά και έγκαιρα τα murals που κοσμούν κάθε πιθανή επιφάνεια στο εσωτερικό των (ενίοτε ασύμμετρων, δίχως λογική) κτισμάτων! Το γήινο μπερδεύεται με τις διακριτικές στο μάτι (τόσο που σε ξεγελούν διαρκώς) ψυχεδελικές «αλλοιώσεις» σε περιβάλλον και αντικείμενα, το folklore καταπραΰνει συνδυαστικά με την αγνότητα του φυσικού τοπίου και μέσα στο φως τίποτα δεν μπορεί να σε προετοιμάσει γι’ αυτά που έρχονται. Που φοβάσαι ότι θα έρθουν…



Το «Μεσοκαλόκαιρο» δεν πρόκειται να σε τρομάξει με ηχητικά τρικ, μανιπιουλάρισμα μέσω του μοντάζ, αιματοβαμμένο body count και άλλες ευκολίες του horror genre. Δεν είναι ταινία τρόμου. Αν κάποιοι (λανθασμένα, ειλικρινά) το παρομοιάζουν με το «The Wicker Man» (1973), εγώ θα τους πρότεινα να δουν έργα από τη φιλμογραφία του Μίκλος Γιάντσο, αφού έχουν κάνει «κεφάλι» από πριν! (Διόλου τυχαία, ίσως, η ταινία έχει γυριστεί στην Ουγγαρία, πατρίδα του Γιάντσο.) Το κρεσέντο του φιλμ αποτελεί ένα λυρικό έργο Τέχνης που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό και δάκρυα (από την ομορφιά των εικόνων) στην άκρη των ματιών. Σε κάνει να θέλεις να επιστρέψεις σε αυτό και, περιέργως, την κάθε επόμενη φορά (τρεις για μένα, έως τώρα) το συναίσθημα είναι ίδιο. Και ξένο μαζί. Ο πόνος του σώματος, η «μεταδοτικότητα» αυτού σαν ομαδική τελετουργία, η καθαρτική υπέρταση που αναδεικνύουν τα έγχορδα του Μπόμπι Κρλικ, η αδιανόητη δουλειά σε καλλιτεχνική διεύθυνση, τα ανατομικά «installations», η δραματική κινησιολογία του «ενδύματος» της Βασίλισσας του Μάη, τα πάντα συνθέτουν μία οργασμική κορύφωση που σου χαμογελά χαιρέκακα στο φινάλε, πριν βυθιστείς στο σκοτάδι των end credits, με υπόκρουση (οποία ειρωνεία) το «Sun Ain't Gonna Shine (Anymore)» με τον Φράνκι Βάλι. Όταν δεν υπάρχει αγάπη, πού γυρνάς συνήθως; Στην οικογένεια. Για την ασφάλεια. Έστω.



ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Με όλη τη σημασία της λέξης, ένα αριστούργημα. Και ένας σκηνοθέτης που αφήνει τεράστιες υποσχέσεις για το μέλλον και θα αναζητούμε ανυπόμονα και παθιασμένα την κάθε επόμενη δουλειά του. Σινεμά πέρα από τα είδη, με θαρραλέα εικαστικότητα, με αρτίστικο όραμα για κάτι καινούργιο σαν εμπειρία μπροστά από μία μεγάλη οθόνη. Εάν δεν προταθεί για Όσκαρ σκηνικών (δεν είμαι τόσο πλεονέκτης για να προσθέσω φωτογραφία και μουσική), πρέπει να τους πάρουν με τις πέτρες! Οι (δήθεν) φανατικοί του «art-house» ας ανοίξουν τα στραβά τους. Το κοινό των multiplex (που σπάνια ενδιαφέρεται για σοβαρές φιλμικές προτάσεις) ενδέχεται να επαναστατήσει (βλέπε διάρκεια) αν πάει με σκοπό να παρακολουθήσει «ταινία τρόμου». Στο τελευταίο ημίωρο, όμως, (λογικά) δεν θα ακούγεται «κιχ». Κλασικό παράδειγμα δουλειάς που θα διχάσει σε ενοχλητικό βαθμό.

Του Ηλία Φραγκούλη, σε συνεργασία με το freecinema.gr 
1 ΣΧΟΛΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Για να μπορέσετε να προσθέσετε σχόλιο θα πρέπει πρώτα να έχετε κάνει login
    • mysterious
    • Το trailer περα απο καλλιτεχνικα αρτιο δειχνει και ακρως συναρπαστικο.Ημουν σχεδον σιγουρος για την υψηλη βαθμολογια ;)

Μείνε ενημερωμένος

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΝΕΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΝΕΟ ΜΑΣ, ΚΑΝΕ ΤΩΡΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΟΥ ENTERNITY.GR!