Με τα πρώτα κρούσματα έρχονται και τα πρώτα θύματα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προσπαθεί να ελέγξει την κατάσταση χωρίς να ξέρει τι αντιμετωπίζει και προσπαθώντας να μην προκαλέσει πανικό, δαιμόνιοι bloggers (παρα)πληροφορούν το κοινό περνώντας από τις θεωρίες συνομωσίας στο μεσσιανισμό, και οι απλοί άνθρωποι προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους εν μέσω του χαμού των δικών τους και σε ένα κλίμα αυξανόμενου φόβου και κοινωνικής διάλυσης. Ερμηνευτικά πρόκειται για παρέλαση. Γκουίνεθ Πάλτροου (μια από τα αρχικά θύματα), Mατ Ντέιμον (σύζυγος της Πάλτροου με ανοσία στην ασθένεια), Λώρενς Φίσμπερν (υψηλόβαθμο στέλεχος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας), Τζουντ Λω (δαιμόνιος blogger), Κέιτ Γουίνσλετ (στέλεχος του Π.Ο.Υ. υπεύθυνο για την τοπική διαχείριση της πανδημίας) και Μαριόν Κοτιγιάρ (επιδημιολόγος του Π.Ο.Υ. που ερευνά το πώς ξέσπασε η πανδημία) είναι τα πρόσωπα στην αφίσα της ταινίας, χωρίς κάποιος να είναι ο πρωταγωνιστής.
Είναι όλοι αντάξιοι της φήμης τους, ειδικά ο Ματ Ντέιμον στο ρόλο ενός ανθρώπου χαμένου, που μόλις έχασε τη σύζυγό του, και προσπαθεί να προφυλάξει την κόρη του, και ο Λώρενς Φίσμπερν, σε έναν πολύπλευρο ρόλο. Ο Τζουντ Λω όμως είναι ένα κλικ ανώτερος, υποδυόμενος άψογα έναν αλαζονικό, υπερφίαλο και ελαφρά αδίστακτο χαρακτήρα με μια μόνιμη έκφραση ανωτερότητας. Η ιστορία εξελίσσεται ανάμεσα σε αυτά τα πρόσωπα καλύπτοντας διάφορες πλευρές της κατάστασης. Όταν στόχος είναι να βρεθεί ο τρόπος διάδοσης της ασθένειας και οι αρχικοί φορείς, θυμίζει ταινία μυστηρίου. Όταν το θέμα είναι ο συντονισμός διαφόρων υπηρεσιών και η στάση ή διαχείριση των ΜΜΕ θυμίζει πολιτικό θρίλερ. Και όταν αφορά την καθημερινότητα και τον τρόπο που επηρεάζεται το κοινό ξεκινά από δράμα για να καταλήξει σε μετα-αποκαλυπτική δυστοπία.
Όπως όλες οι ταινίες χωρίς κεντρικό ήρωα, ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι ο σκηνοθέτης. Στο πρώτο μισό της ταινίας ο Σόντερμπεργκ χειρίζεται το υλικό του με μαστοριά. Καταφέρνει να συνδέσει τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε ένα ενιαίο σύνολο που δε σπάει πουθενά. Επιπλέον χτίζει με μοναδικό τρόπο μια αποπνικτική ατμόσφαιρα γεμάτη φόβο, απειλή και απελπισία που παίζει με τα νεύρα του θεατή σαν άρπα. Ο εχθρός είναι αόρατος, θανάσιμος, παντοδύναμος και εντελώς άγνωστος, και αυτό ακριβώς εισπράττει ο θεατής όσο βλέπει την ασθένεια να εξαπλώνεται και όλες οι απόπειρες να τεθεί υπό έλεγχο καταλήγουν σε αδιέξοδο. Η φωτογραφία και η μουσική είναι άψογες, τόνοι του γκρίζου, μουντά χρώματα και σκιές, και υπόκωφα ηλεκτρονικά μινιμαλιστικά θέματα δια χειρός Κλιφ Μαρτίνεζ που θυμίζουν παλμογράφο ανεβάζουν την ένταση σταθερά και δίνουν έναν τεταμένο ρυθμό στην αφήγηση.
Ο γράφων είχε πολύ καιρό να δυσφορήσει και να νιώσει τόσο αβοήθητος σε κινηματογράφο. Από ένα σημείο και μετά όμως ο Σόντερμπεργκ χάνει φανερά το βηματισμό του με αποτέλεσμα το ξεφούσκωμα. Από τη μία η εύρεση λύσης παρουσιάζεται πολύ απότομα και πολύ άγαρμπα, αφαιρώντας αυτομάτως πολλή από την ένταση της πλοκής. Από αυτό το σημείο και μετά το ενδιαφέρον αφορά τη διαχείριση της κατάστασης, μα η ανακούφιση που προκύπτει πλήγει ανεπανόρθωτα την ταινία. Δεν αντισταθμίζεται από κάποια πολιτική ή οικονομική κόντρα για παράδειγμα. Παραδόξως το πολιτικό στοιχείο είναι υποτονισμένο, υπάρχουν ελάχιστες υπόνοιες για έλλειψη συντονισμού μεταξύ κρατών ή οργανισμών, και με δεδομένο πως η κρίση ξεσπά και στην τουλάχιστον μυστικοπαθή Κίνα αυτό είναι κάπως περίεργο.
Μοιραία λοιπόν η ταινία μετατρέπεται σε παράλληλες ανθρώπινες ιστορίες που άλλες είναι σημαντικές και άλλες όχι και τόσο. Όταν έχεις μια πανδημία που κόστισε τη ζωή σε 26 εκατομμύρια άτομα, μια κοινωνία παραλυμένη και άναρχη, με πλιάτσικα, χωρίς στοιχειώδεις προμήθειες το να μεταπηδάς από το γενικό σε προσωπικές ιστορίες (με εξαίρεση το Ματ Ντέιμον) είναι αδύναμη επιλογή. Από την άλλη, το Contagion παραμένει εντελώς ρεαλιστικό σε θέματα ψυχολογίας, της αντίδρασης της μάζας και της δύναμης της πληροφορίας, κάνοντας και στοχευμένα σχόλια.
Παρά τις όποιες αδυναμίες της, η ταινία παραμένει ένα πολύ ωραίο θρίλερ που επηρεάζει κατευθείαν το υποσυνείδητο του θεατή. Φόβος, αβεβαιότητα, αδιέξοδο, αγωνία, πανικός είναι συναισθήματα που κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της, η σκηνοθεσία είναι μαεστρική και η μουσική επένδυση υποψήφια για καλύτερη της χρονιάς. Το ίδιο το θέμα της είναι διαφορετικό από τα συνηθισμένα και είναι από μόνο του λόγος να τη δει κάποιος, παρά το ξεφούσκωμα του τελευταίου ημίωρου. Όταν τελειώσει θα χαρείτε πολύ που θα βγείτε έξω, και ίσως κοιτάξετε περίεργα τον άτυχο που φταρνίζεται παραδίπλα.
Κι όμως, αποκαλύφθηκε νέο horror game για το Dreamcast, 25 χρόνια μετά το τέλος ζωής του (trailer)




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity