Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Ντακότα, ανέλυσε απαντήσεις από την αμερικανική έρευνα υγείας Behavioral Risk Factor Surveillance System του 2019. Οι συμμετέχοντες δήλωσαν πόσο συχνά έτρωγαν ολόκληρα φρούτα και πόσο συχνά έπιναν χυμό 100% φρούτων, καθώς και αν είχαν διαγνωστεί με καταστάσεις όπως υψηλή αρτηριακή πίεση, υψηλή χοληστερόλη και στεφανιαία νόσο ή αν είχαν υποστεί έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Κατά μέσο όρο, ανέφεραν ότι έτρωγαν ολόκληρο φρούτο 1,06 φορές την ημέρα και έπιναν χυμό 0,3 φορές την ημέρα, δηλαδή περίπου μία φορά κάθε τρεις ημέρες. Πρόκειται για συχνότητα κατανάλωσης, όχι για μέτρηση της ποσότητας που έτρωγε ή έπινε κάθε άτομο.
Αφού οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το εισόδημα, η εκπαίδευση και το κάπνισμα, διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι με υψηλή πίεση, υψηλή χοληστερόλη ή στεφανιαία νόσο, καθώς και όσοι είχαν υποστεί έμφραγμα, ανέφεραν λιγότερο συχνή κατανάλωση ολόκληρων φρούτων. Για τον χυμό, μόνο δύο συσχετίσεις παρέμειναν στατιστικά σημαντικές μετά τις προσαρμογές, και μάλιστα είχαν αντίθετη κατεύθυνση: όσοι είχαν υποστεί έμφραγμα ανέφεραν ελαφρώς συχνότερη κατανάλωση χυμού, ενώ όσοι είχαν υψηλή χοληστερόλη ανέφεραν ελαφρώς αραιότερη. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος που τα αποτελέσματα δεν στηρίζουν ένα απλό συμπέρασμα του τύπου «ο χυμός βλάπτει την καρδιά».
Μια πιθανή εξήγηση για τη διαφορά ανάμεσα στο ολόκληρο φρούτο και στον χυμό είναι οι φυτικές ίνες. Όταν τρώμε το φρούτο, διατηρούμε τις ίνες του, ενώ κατά την παρασκευή χυμού μεγάλο μέρος τους μπορεί να αφαιρεθεί. Οι ερευνητές αναφέρουν επίσης ότι οι πολυφαινόλες, φυτικές ουσίες που υπάρχουν στα φρούτα, ενδέχεται να διαφέρουν ως προς τον τρόπο που προσλαμβάνονται από το ολόκληρο φρούτο και από τον χυμό. Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη δεν μέτρησε άμεσα ούτε την πρόσληψη φυτικών ινών ούτε την περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες, επομένως δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι αυτοί οι μηχανισμοί εξηγούν τα ευρήματα.
Υπάρχει και ένας ακόμη σημαντικός περιορισμός: τα στοιχεία αποτελούν μία καταγραφή των διατροφικών συνηθειών και της υγείας των συμμετεχόντων σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Δεν δείχνουν τι προηγήθηκε. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να άλλαξε τη διατροφή του μετά από μια διάγνωση, ενώ άλλες συνήθειες ή παράγοντες υγείας μπορεί επίσης να επηρεάζουν τα αποτελέσματα. Οι ίδιοι οι ερευνητές ζητούν μελέτες που θα παρακολουθούν ανθρώπους σε βάθος χρόνου, ώστε να διερευνηθεί καλύτερα η σχέση ανάμεσα στη μορφή κατανάλωσης των φρούτων και στην καρδιαγγειακή υγεία.
Τα ευρήματα κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με τις αμερικανικές διατροφικές οδηγίες για την περίοδο 2025–2030, οι οποίες δίνουν προτεραιότητα στα ολόκληρα φρούτα έναντι του χυμού όπου είναι εφικτό. Για μια διατροφή 2.000 θερμίδων, οι οδηγίες στις ΗΠΑ αναφέρουν περίπου δύο cups φρούτων ημερησίως, ενώ εκτιμάται ότι οκτώ στους δέκα Αμερικανούς δεν φτάνουν αυτή την ποσότητα. Το πρακτικό μήνυμα της νέας έρευνας δεν είναι να θεωρήσουμε τον χυμό 100% φρούτων επικίνδυνο, αλλά να μην τον αντιμετωπίζουμε αυτομάτως ως ισοδύναμο με το ολόκληρο φρούτο. Αν πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στα δύο, τα διαθέσιμα ευρήματα ενισχύουν την επιλογή του φρούτου — με την επιφύλαξη ότι η σχέση με την καρδιακή υγεία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Take-Two: Σχεδόν $6 δισ. η πτώση της χρηματιστηριακής της αξίας μετά το GTA 6 Extended Reveal



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity