
Η ιστορία μας μεταφέρει στον 14ο αιώνα, σε μια Ευρώπη που έχει ήδη γονατίσει από τον πόλεμο και την πανώλη, όταν η περιοχή Vale Sangora περνά υπό τον έλεγχο μιας πανίσχυρης ομάδας βρικόλακων. Μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση των θνητών, ο πρωταγωνιστής Coen σύντομα βλέπει την οικογένειά του να πέφτει στα χέρια του βαμπίρ άρχοντα Brencis. Ο ίδιος μετατρέπεται σε Dawnwalker, ένα ιδιόμορφο υβρίδιο ανθρώπου και βρικόλακα, και αποκτά περιορισμένο χρόνο για να σώσει τους δικούς του. Η βασική ιδέα είναι απλή και αποτελεσματική: 30 ημέρες και νύχτες για τον Coen να φτιάξει την ίδια την ιστορία του, γνωρίζοντας εξαρχής ότι δεν μπορεί να κάνει τα πάντα.

Αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι και η καρδιά του παιχνιδιού. Ο χρόνος στο Dawnwalker δεν λειτουργεί σαν κλασικό countdown που σε αναγκάζει να τρέχεις σαν τον Benny Hill μέσα στον χάρτη. Η εξερεύνηση και η απλή περιπλάνηση δεν καταναλώνουν χρόνο, οπότε όποιος θέλει να χαθεί στα… vibes, μπορεί να το κάνει ανενόχλητος. Βοηθάει και η εξαιρετική μουσική επένδυση. Αντίθετα, συγκεκριμένες αποστολές, επιλογές διαλόγου και άλλες σημαντικές ενέργειες έχουν κόστος χρόνου, το οποίο εμφανίζεται πριν υπάρξει η απαραίτητη χρονική δέσμευση. Κάθε ημέρα και νύχτα χωρίζεται σε οκτώ χρονικά τμήματα και έτσι ο χρόνος γίνεται ουσιαστικά ένας ακόμη πόρος που πρέπει να διαχειριστεί.

Η ιδέα είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα γιατί αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται ο ανοιχτός κόσμος του τίτλου. Και ενώ στα «παραδοσιακά» RPG, η φυσιολογική σκέψη είναι «έχω μια αποστολή, ας κάνω και άλλα 27 πράγματα στον δρόμο». Εδώ το «27 άλλα πράγματα» σημαίνει ότι αρκετά από αυτά δε θα γίνουν ποτέ. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένα πραγματικό αίσθημα επιλογής και απώλειας περιεχομένου. Αντί να τσεκάρονται tick-boxes στον χάρτη, οι παίκτες πρέπει να αποφασίσουν πάνω σε τι αξίζει να σπαταλήσουν τον χρόνο τους και σε τι όχι.

Το gameplay ακολουθεί γνώριμα RPG μονοπάτια, αλλά η Rebel Wolves έχει προσθέσει αρκετές δικές της πινελιές. Η μάχη βασίζεται σε directional swordplay, με διαφορετικές κατευθύνσεις επιθέσεων και αποκρούσεων, θυμίζοντας σε σημεία το Kingdom Come: Deliverance, αλλά σε μια πιο προσιτή και arcade εκδοχή. Το σύστημα λειτουργεί καλύτερα στις μονομαχίες, ενώ όταν μαζεύονται πολλοί αντίπαλοι μπορεί να γίνει κάπως ακατάστατο, ιδιαίτερα εξαιτίας του lock-on και του πως η κάμερα κινείται στον χώρο. Την ημέρα ο Coen είναι σαν «κανονικός» άνθρωπος, με σπαθί και μαγικές ικανότητες που αν και ενδιαφέρουσες, είναι μόνο συνοδευτικά και όχι το κυρίως πιάτο. Και μετά έρχεται η μεταμόρφωση σε βαμπίρ – με τις δικές της ιδαιτερότητες. Τη νύχτα υπάρχει πρόσβαση στις υπεράνθρωπες δυνάμεις του, αλλάζοντας ουσιαστικά ο τρόπος που κινείται και πολεμά με ικανότητες όπως τηλεμεταφορά, blood drain και επιθέσεις με τα νύχια. Η εναλλαγή αυτή δεν είναι απλώς αισθητική. Αλλάζει τις διαθέσιμες επιλογές τόσο στη μάχη όσο και στην εξερεύνηση.

Εδώ όμως το Dawnwalker δεν καταφέρνει πάντοτε να φτάσει όσο μακριά υπόσχεται. Τα τρία skill trees, Swordmastery, Witchcraft και Vampirism, προσφέρουν αρκετή δυνατότητα εξέλιξης, αλλά το παιχνίδι εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο σπαθί. Η απλοϊκή μάχη και οι ιδιαίτερες ικανότητες δεν είναι τόσο διαφορετικές όσο θα περίμενε κανείς από ένα RPG που έχει ως βασική του ιδέα αυτήν την εναλλαγή ανάμεσα σε μέρα και νύχτα. Δεν είναι ότι είναι κακή, κάθε άλλο. Απλά δεν έχει την αίσθηση που θα περίμενε κανείς, δεδομένης της θεματολογίας. Ευτυχώς η γραφή είναι πραγματικά καλή παρά τις μέτριες ερμηνείες, ενώ πολλές φορές οι αποστολές, οι διάλογοι και οι επιλογές έχουν συχνά συνέπειες που δεν είναι άμεσα ορατές. Ο κόσμος είναι αρκετά πυκνός ώστε να ανταμείβει την εξερεύνηση, ενώ αρκετές ιστορίες μπορούν να εξελιχθούν με διαφορετικούς τρόπους.

Από τεχνικής πλευράς, η εικόνα είναι περισσότερο άνιση. Το art direction πετυχαίνει εξαιρετικά το γοτθικό, μεσαιωνικό ύφος, τα περιβάλλοντα έχουν ατμόσφαιρα και η Unreal Engine 5 προσφέρει εντυπωσιακά στιγμιότυπα, μαζί με όλα τα θέματά της. Οι χαρακτήρες και τα animations είναι επίσης αρκετά προσεγμένα. Από την άλλη όμως υπάρχουν glitches, κακά cutscenes και περιστασιακά προβλήματα που θυμίζουν περισσότερο AA παραγωγή. Στο βασικό PS5 η κατάσταση είναι κάπως πιο περίπλοκη. Το παιχνίδι κυκλοφόρησε τελικά με τρία rendering modes: Quality με στόχο τα 30fps, Balanced με στόχο τα 40fps σε 120Hz οθόνες και Performance με στόχο τα 60fps. Το τελευταίο προστέθηκε με το Day One patch, καθώς αρχικά η Rebel Wolves είχε ανακοινώσει μόνο τα δύο πρώτα modes.

Το Performance Mode είναι σαφώς το πιο κατάλληλο για ένα παιχνίδι με directional combat, όμως στο απλό PS5 δεν καταφέρνει να κρατάει σταθερά τα 60fps σε όλες τις συνθήκες. Οι απαιτητικές περιοχές, και ιδιαίτερα οι πιο έντονες σκηνές, μπορούν να προκαλέσουν αισθητές πτώσεις. Το Quality Mode προσφέρει καλύτερη εικόνα, αλλά το πρόβλημα του frame pacing στα 30fps σημαίνει ότι δεν είναι τόσο ομαλό όσο θα περίμενε κανείς από ένα καθαρό 30fps lock. Το Balanced, εφόσον διαθέτει κανείς την κατάλληλη τηλεόραση, αποτελεί ενδιαφέρουσα μέση λύση. Αντιθέτως, το ηχητικό αποτέλεσμα, στέκεται πολύ καλά, με συνθέσεις που ταιριάζουν γάντι στην καταπιεστική ατμόσφαιρα του κόσμου και ηχητικά εφέ με βάρος.

Παρά τις ομοιότητες, το The Blood of Dawnwaker δεν προσπαθεί να γίνει το νέο Witcher 3. Και ευτυχώς, γιατί η προσπάθεια της επανάληψης ενός τέτοιου τίτλου είναι ο γρηγορότερος τρόπος δημιουργίας μιας άψυχης κόπιας. Αυτό που δείχνει εδώ η Rebel Wolves είναι πως γνωρίζει πολύ καλά το πως λειτουργεί ένα μεγάλο story-driven RPG και ακόμη σημαντικότερα, έχει αρκετό θάρρος ώστε να προσπαθήσει κάτι δικό της. Δεν πετυχαίνουν όλες οι ιδέες στον ίδιο βαθμό, σίγουρα. Η μάχη μπορεί να κουράσει, ο τεχνικός τομέας χρειάζεται περισσότερο polishing και το σύστημα χρόνου θα διχάσει όσους θέλουν να καθαρίσουν κάθε γωνιά ενός RPG, ενώ γενικότερα υπάρχουν κάποιες σχεδιαστικές επιλογές που θα προκαλέσουν ερωτηματικά. Όμως πίσω από αυτές τις αδυναμίες υπάρχει ένα παιχνίδι με ξεκάθαρη ταυτότητα, έναν ενδιαφέρων κόσμο και μια δομή που κάνει τις επιλογές να αισθάνονται πραγματικά σημαντικές.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο για το μέλλον. Η Rebel Wolves δε χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να φτιάξει ένα RPG. Το Dawnwalker το αποδεικνύει ήδη. Αυτό που μένει να δούμε είναι τι θα συμβεί όταν αυτή η ομάδα πάρει όσα έμαθε από το πρώτο της παιχνίδι και τα εφαρμόσει σε έναν δεύτερο τίτλο, χωρίς να χρειάζεται πλέον να μας συστηθεί για πρώτη φορά. Αν το Dawnwalker είναι δείγμα γραφής για το μέλλον, τότε είμαστε κάτι παραπάνω από ενθουσιασμένοι για να δούμε τι έχει η... αγέλη στα σχέδιά της για το μέλλον.
Το The Witcher 3 Remastered βελτίωσε το πλέον αδύναμο κομμάτι του original




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity