Η οικογένειά του, με σκληρή δουλειά, κατάφερε να στήσει μια μεγάλη επιχείρηση αλιείας και να δώσει το όνομά της στην τοπική πόλη: Collinwood. Ο Barnabus όμως πληγώνει τη λάθος γυναίκα μετά από μια ερωτική περιπέτεια. Αυτή αποδεικνύεται μάγισσα, σκοτώνει με μάγια τους γονείς του, υπνωτίζει την κοπέλα που αγαπά, την κάνει να πέσει από ένα γκρεμό, καταταράσσεται αυτόν μετατρέποντάς τον σε βρικόλακα και στρέφει όλη την πόλη εναντίον του. Κλεισμένος σε ένα φέρετρο για 200 χρόνια, ξυπνά για να βρει τους απογόνους του σε άσχημη κατάσταση, την επιχείρησή του διαλυμένη και το σπίτι του σχεδόν ερείπιο. Και πιάνει αμέσως δουλειά.
Με την περίοδο να είναι η δεκαετία του ’70 σε συνδυασμό με το κλασσικό στήσιμο τρόμου, ο Burton έχει πεδίο δόξης λαμπρό μπροστά του. Η ταινία είναι απίστευτα groovy, συνδυάζοντας πολύ πετυχημένα τη γοτθική αισθητική με την ποπ κουλτούρα της εποχής - ντισκομπάλες, χτενίσματα, φωτιστικά, ρούχα…. Η μουσική, πέρα από τα χαρακτηριστικά θέματα του Danny Elfman, περιλαμβάνει τραγούδια του Iggy Pop, του Barry White, των T. Rex και - πώς θα μπορούσε να λείπει άλλωστε! - του Alice Cooper, που μάλιστα εμφανίζεται αναπάντεχα σε μια σκηνή σαν ο εαυτός του δίνοντας συναυλία, με ζουρλομανδύα, δερμάτινα, μαστίγια και όλα τα αξεσουάρ. Και όχι, δεν περνά για 10 δευτερόλεπτα και «αντίο», μένει για αρκετή ώρα. Μια άλλη έκπληξη είναι ο μέγας Christopher Lee σε ένα πολύ μικρό ρόλο-φόρο τιμής.
Ο ρυθμός μεταπηδά από το κωμικό στον τρόμο χωρίς να μπερδεύει αυτά τα δύο στοιχεία. Ο Barnabus, παρά την απαρχαιωμένη γεωργιανή ομιλία του και τα περίεργα ρούχα του, είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ένας καταραμένος, πλάσμα του σκότους, «καθόλου καλόβολος ή ευγενικός» που δε διστάζει να σκοτώσει ομάδες ανυποψίαστων ανθρώπων με πολύ βίαιο τρόπο. Παρόλα αυτά βρέθηκε σε αυτή τη θέση χωρίς να το επιδιώκει ή να το χαίρεται, λόγω της εκδικητικής μανίας της Angelique (Eva Green), κάτι που του δίνει μια τραγική χροιά. Όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι καθαρά σκοτεινοί αν όχι αρνητικοί, με μόνο το χιούμορ και την παραδοξότητα του Burton να τους φωτίζει. Η Michelle Pfeifer είναι η αδίστακτη κληρονόμος, η Helena Bonham Carter η ψυχωτική ψυχολόγος με κρυφές βλέψεις, η νεαρή γκουβερνάντα έχει πολύ σκοτεινό παρελθόν, τα παιδιά είναι αποξενωμένα και παραμελημένα, ο σύζυγος αδιάφορος και τεμπέλης, ακόμα και ο υπηρέτης είναι μεθύστακας.
Περιττό να ειπωθεί πως όλοι, και ειδικά η Eva Green στο ρόλο της εχθρού του Depp, είναι εξαιρετικές επιλογές στους ρόλους τους και γίνονται καθ’ όλα πιστευτοί, χωρίς να χάνονται στον πάντα εντυπωσιακό διάκοσμο της σκηνοθεσίας και σκηνογραφίας. Ο Depp σαν πρωταγωνιστής βρίσκεται στα νερά του και κάνει αυτό που ξέρει πολύ καλά, αν και οι άγριες σκηνές του είναι ελαφρώς καλύτερες από τις πιο ήπιες.
Όπως στο «The Corpse Bride» και πολύ περισσότερο στο «Sweeny Todd», κάτω από το περιτύλιγμα βρίσκεται ένα αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο, που κορυφώνεται στο φινάλε. Ο νεκροζώντανος, απαρχαιωμένος καπιταλιστής με μεγάλη προσφορά στην κοινωνία, που πίνει (κυριολεκτικά!) το αίμα των γύρω του λόγω της ίδιας της φύσης του, είναι ο μόνος φορέας κοινού νου, αγάπης και ανθρωπιάς, εννοιών τόσο απονεκρωμένων μέσα στους απογόνους του όσο και ο ίδιος. Από την άλλη αντιπαλεύει το σύγχρονο εταιρικό μονοπώλιο της παλιάς του γνώριμης, το οποίο έχει χάσει κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό και είναι πια ανίκανο να νιώσει οποιοδήποτε συναίσθημα πέρα από τις εγωιστικές ορμές του και την επιδίωξη της νίκης και του κέρδους, στο βαθμό που γίνονται βίτσιο και αυτοσκοπός. Το σενάριο φροντίζει αυτό το νόημα να διαπερνά όλη την ταινία αλλά παράλληλα η σκηνοθεσία προσφέρει απλόχερα όλα εκείνα που χαρακτηρίζουν το Burton.
Σπιρτόζικοι διάλογοι, υποδόριο, παράξενο χιούμορ, έντονα χρώματα και εικόνες βγαλμένες από παραδοσιακές b-movies τρόμου. Το μόνο που μπορεί να προσάψει κανείς είναι πως ο Burton σκηνοθετεί εκ του ασφαλούς, με μια τεχνική που του είναι τόσο γνώριμη και εύκολη που γίνεται προβλέψιμος. Έχει καθιερώσει ένα συγκεκριμένο αναγνωρίσιμο ύφος που το χειρίζεται καλύτερα από τον καθένα, μα κάποια ανανέωση αρχίζει να χρειάζεται.
Το «Dark Shadows» είναι μια από τις πιο αξιόλογες ταινίες του κλασσικού πλέον διδύμου, συγκρίσιμο με το «Sleepy Hollow», και ένα αφάνταστα διασκεδαστικό φιλμ. Αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει είναι η έντονη εντύπωση που αφήνουν τόσο οι σκηνές τρόμου όσο και οι πιο ανάλαφρες. Χωρίς να μεταπηδά από κλασσική ταινία με βρικόλακες σε κωμωδία, ο θεατής δεν ξεχνά στιγμή πως κάτι σκοτεινό υπάρχει πίσω από το χιούμορ και την 70’s αισθητική. Ο Depp βάζει έναν ακόμα περίεργο χαρακτήρα στο βιογραφικό του, προσφέρει άφθονο στυλ μαζί με ουσία, και ο Burton στήνει μια καλοκουρδισμένη ταινία που ικανοποιεί τόσο τους οπαδούς του όσο και το ευρύ κοινό.




Ταινία του Tim Burton δεν χάνεται!!! Θα προσπαθήσω να δω το συντομότερο δυνατό το Alice, καθώς φέτος δεν είδα και πολλές ταινίες λόγω πανελληνίων.. Ωραία review Γιάννη. :D
ωραια ταινια αν και το στυλ του burton σε μπερδευει με τα κολπα του σε μερικές ταινιες δεν παυει ομως να διμιουργει!! θα το τιμισω αλλα μαλλον για dvd
To Alice δεν μαρεσε εμένα.Γενικα λατρεύω Μπάρτον, Ντεπ αλλά ξέρεις λίγο προβλεπέ έχουν γίνει
Γι'αυτό γουστάρω Τιμ και Τζόνι..ο ένας ήρωας πιο αντισυμβατικός από τον άλλον!
Θα την δω,αν και πολλοι ειπαν οτι το διδυμο αρχιζει να κουραζει..ιδιως το ο depp ο οποιος κουρασε σαν πειρατης αλλα και στην αλικη,τεσπα ειναι κλασικη αξια,αν και ο burton ενα rewind θα το ηθελε..θεος μεν αλλα καπου οπως ειναι λογικο με τοσες ταινιες να επαναλαμβανεται.
Το είδα στο σινεμά...απλά απαίσιο...πραγματικά ήταν από τις πιο τραγικές ταινίες που έχω δει...κρίμα
To περιμενα πολυ καλυτερο...Σαν ταινια ηταν καλη,περασε ωραια η ωρα,αλλα περιμενα με βαση το τρειλερ κατι σαφως καλυτερο...Ενα 7,5 θα επαιρνε απο εμενα η ταινια....
μέτριο