
Βρισκόμαστε στο προσεχές μέλλον, όπου ο πλανήτης Γη έχει δοκιμαστεί από έναν πολυετή πόλεμο με την εξωγήινη φυλή των Votans, η τεχνολογία των οποίων άλλαξε ριζικά την μορφολογία του εδάφους. Οι Votans κατέφτασαν στη Γη το 2013, αναζητώντας έναν πλανήτη για να κατοικήσουν, μετά την καταστροφή του δικού τους συστήματος. Οι ταξιδιώτες του διαστήματος θεωρούσαν τον πλανήτη ακατοίκητο - και με την άφιξή τους απεδείχθησαν λάθος, με τους ανθρώπους να τους υποδέχονται με ιδιαίτερη καχυποψία και εχθρικές διαθέσεις. Ο πόλεμος ανάμεσα στα δύο είδη δεν άργησε να ξεσπάσει και χρειάστηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια για να έρθει η ειρήνη, η οποία ωστόσο ήταν περισσότερο αποτέλεσμα που επιβλήθηκε από τον αποδεκατισμό των δύο πλευρών, παρά μια συνειδητή επιλογή. Ο τίτλος μας μεταφέρει στο μεταπολεμικό Bay Area του San Francisco, το οποίο μετά την αναδιαμόρφωση της επιφάνειας ελάχιστα θυμίζει τη χαρακτηριστική τοποθεσία της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ. Αναλαμβάνουμε το ρόλο ενός Ark Hunter, ένα επάγγελμα για λίγους και πάνω απ’όλα τολμηρούς. Οι Ark Hunters είναι περιπλανώμενοι τυχοδιώκτες που κυνηγούν τα Arkfalls, τις πτώσεις δηλαδή στην επιφάνεια των κατεστραμμένων εξωγήινων σκαφών που πλέον βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη, εξασφαλίζοντας μια πλούσια ανταμοιβή για τον κόπο τους - και την εξωγήινη τεχνολογία που καταφέρνουν να διασώσουν.

Στο Bay Area λοιπόν οι παίκτες θα αναζητήσουν την εξελιγμένη τεχνολογία που θα επιτρέψει στον Karl Von Bach (το «αφεντικό» των Ark Hunters) να επανασχεδιάσει την μορφολογία του εδάφους και να αναιρέσει την καταστροφή που έχει επιτελεστεί στην περιοχή. Η αλήθεια είναι πως το setting του τίτλου και το πλούσιο lore θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια συναρπαστική (σεναριακά) εμπειρία, ωστόσο η εξέλιξη της ιστορίας είναι σχετικά αδιάφορη, ενώ ακόμα πιο αδιάφοροι είναι οι ιδιαίτερα «ρηχοί» χαρακτήρες που δε μπορούν να προκαλέσουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Από την άλλη βέβαια, λίγοι μπαίνουν στον κόσμο ενός MMO για το σενάριο, οπότε από αυτή την άποψη οι όποιες ενστάσεις μπορούν να γίνουν -σε έναν βαθμό- δεκτές. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το Defiance είναι περισσότερο ένα third-person shooter, παρά ένα RPG - και αυτό φροντίζει να το καταστήσει σαφές από τα πρώτα λεπτά του. Έτσι, θα ξεκινήσουμε τη περιπέτειά φτιάχνοντας τον χαρακτήρα μας, διαλέγοντας ανάμεσα σε δύο φυλές και τρία διαφορετικά classes, με τις επιλογές να μην παίζουν απολύτως κανέναν ρόλο στην εξέλιξη ή τις ικανότητες και να καθορίζουν μόνο την εξωτερική εμφάνιση και το αρχικό μας όπλο. Το πιο κοντινό που θα βρούμε σε skill trees και specializations είναι οι αναβαθμίσεις του συστήματος EGO, ενός ΑΙ που βρίσκεται μέσα στο σώμα του χαρακτήρα μας.

Αρχικά, μπορούμε να διαλέξουμε μία από τις τέσσερις επιλογές που μας επιτρέπει να γινόμαστε αόρατοι, να αποκτούμε μεγάλη ταχύτητα, να δημιουργούμε ένα αντίγραφο του εαυτού μας, ή να αυξάνουμε τη δύναμη του όπλου μας. Από εκεί και μετά αποκαλύπτεται μια σειρά από perks τα οποία μπορούμε να αναβαθμίσουμε και να εντάξουμε στο loadout μας, καθιστώντας σταδιακά όλες τις επιλογές και τις δυνάμεις διαθέσιμες. Πολύ γρήγορα το ενδιαφέρον των παικτών απομακρύνεται από το leveling και εστιάζεται στον οπλισμό, ο οποίος προσφέρει κάτι για όλους. Από πιστόλια και αυτόματα, μέχρι καραμπίνες και εκτοξευτές, ο καθένας θα βρει το αγαπημένο του… εργαλείο καταστροφής στο Defiance. Αυτά έρχονται σε όλων των ειδών τις παραλλαγές, προσφέροντας αρκετές φορές διαφορετικά environmental bonuses, ενώ τα περισσότερα αυτών είναι αναβαθμίσιμα, με τα mods που αποκτούνται κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς να προσφέρουν επιπλέον χαρακτηριστικά. Οι βασικοί μηχανισμοί μάχης είναι αρκετά καλοί, αν τους εξετάσει κανείς από τη σκοπιά του ΜΜΟ, αφού όλα τα βασικά στοιχεία ενός shooter δίνουν το παρόν.

Δυστυχώς όμως, περιορίζονται στα βασικά, αφού αν εξεταστεί σαν ένα third-person shooter, το Defiance απογοητεύει. Δεν υπάρχει κάποιος μηχανισμός κάλυψης, ενώ τα όπλα δεν έχουν το βάρος και την αίσθηση που θα έπρεπε. Η δυσκολία της κάθε μάχης δεν έρχεται μέσα από έξυπνο ΑΙ (το οποίο χαρακτηρίζεται στη καλύτερη περίπτωση κακό) και τις τακτικές του εχθρού, αλλά από τις κατά κύματα επιθέσεις τους που επιχειρούν να υπερισχύσουν του παίκτη μόνο και μόνο μέσα από τον αριθμό τους. Ο τίτλος από την άλλη δε κάνει τη παραμικρή προσπάθεια να διευκολύνει τους παίκτες προσφέροντας κάποιου είδους βοήθεια, αφού μετά το tutorial (το οποίο καλύπτει τα απολύτως βασικά) αυτοί καλούνται να βρουν την άκρη… μόνοι τους όσον αφορά upgrades και εξοπλισμό, μέσα από menus τα οποία για κάποιο λόγο είναι αδικαιολογήτως περίπλοκα.
Την κατάσταση δε βοηθάει ούτε ο σχεδιασμός των αποστολών, που συνήθως ζητάει από τους παίκτες να μεταβούν από το σημείο «Α» στο σημείο «Β», να εξοντώσουν τους εχθρούς και να κάνουν interact με κάποιο αντικείμενο - και την παραπάνω διαδικασία να επαναλαμβάνεται. Κατά τη διάρκεια της πορείας μας στην κάθε αποστολή (ή την περιπλάνησή μας) θα συναντήσουμε και αρκετά random encounters τα οποία επίσης δε παρουσιάζουν το παραμικρό ενδιαφέρον, ενώ γρήγορα ανακαλύπτουμε πως δεν είναι και τόσο… random, αφού κάθε φορά που θα περάσουμε από το ίδιο σημείο, πάντα θα εμφανίζεται το ίδιο encounter, σαν να μην έγινε ποτέ. Τέλος, ο κόσμος του παιχνιδιού (που είναι αρκετά για μεγάλος για shooter, αλλά όχι για ΜΜΟ) είναι γεμάτος από challenges τα οποία προσφέρουν ιδιαίτερα ευχάριστα διαλλείματα, προσφέροντας στους παίκτες την ευκαιρία να δοκιμάσουν τις ικανότητες τους στην οδήγηση ή την εξόντωση αντιπάλων, με την ολοκλήρωσή τους να προσφέρει xp, αντικείμενα και in-game currency.

Τα πιο εντυπωσιακά events είναι τα Arkfalls, όταν δηλαδή ένα εξωγήινο σκάφος πέφτει στην επιφάνεια της Γης, τα οποία συγκεντρώνουν τη πλειοψηφία των παικτών του server. Στα Arkfalls, οι παίκτες σχηματίζουν μια ολιγόλεπτη «συμμαχία», ούτως ώστε να μπορέσουν να εξολοθρεύσουν το γιγαντιαίο boss που κάνει την εμφάνισή του (ή να αποκρούσουν τα waves των εχθρών), πάντα με το loot στο πίσω μέρος του μυαλού του καθενός. Μετά από ελάχιστα Arkfalls βέβαια, οι περισσότεροι συνειδητοποιούν πως ο χρόνος που χρειάζεται δεν δικαιολογεί την ανταμοιβή σε loot και xp, καθιστώντας την όλη διαδικασία βαρετή. Δυστυχώς στα Arkfalls μεγεθύνονται και όλα τα προβλήματα που μαστίζουν τον τίτλο, με τo frame rate να κάνει ελεύθερη πτώση, το lag να δίνει δυναμικά το παρόν, προβληματικό clipping και bugs κάθε λογής να κάνουν την όλη εμπειρία κάτι παραπάνω από προβληματική. Τέλος, ο τίτλος προσφέρει τη δυνατότητα co-op και PvP αγώνων (αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα PvP κατά τη διάρκεια του campaign), μέσω του matchmaking. Αυτό γίνεται απρόσκοπτα στο background όσο οι παίκτες ασχολούνται με το campaign, ειδοποιώντας τους όταν το session είναι έτοιμο. Οι PvP αγώνες χωρίζονται σε Team Deathmatch και Shadow Wars (ένα είδος Domination) τα οποία δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον, με τους παίκτες να χωρίζονται σε ομάδες και μετά το τέλος του κάθε αγώνα να επιστρέφουν στο παιχνίδι τους, χωρίς την ύπαρξη κάποιου lobby για όποιον θέλει να συνεχίσει.

Οι co-op αποστολές ίσως και να αποτελούν το καλύτερο σημείο του τίτλου, επιβάλλοντας τη συνεργασία μεταξύ των παικτών ούτως ώστε να μπορέσουν να φτάσουν μέχρι το τέλος, το οποίο και συνήθως είναι ένα boss fight. Δυστυχώς, ούτε ο τεχνικός τομέας αποτελεί κάποιο δυνατό σημείο του Defiance, με γραφικά που παραπέμπουν στη προηγούμενη γενιά, κακής ποιότητας textures, φωτισμό και εφέ, αλλά και πληθώρα από bugs. Αυτά, όπως προαναφέρθηκαν, είναι σε θέση να αποθαρρύνουν τους περισσότερους παίκτες, καθιστώντας την εμπειρία κάθε άλλο παρά ευχάριστη. Η Trion κατάφερε να διορθώσει αρκετά από αυτά σχετικά γρήγορα, ωστόσο πολλά από αυτά παραμένουν και δίνουν δυναμικά το παρόν. Από ηχητικής πλευράς τα πράγματα είναι εξίσου άσχημα, με αδιάφορες συνθέσεις και voice over των χαρακτήρων - και φυσικά, πολλά bugs. Από ότι έχει αναφερθεί μέχρι στιγμής δύσκολα θα μπορούσε κανείς να προτείνει το Defiance - και σε ένα βαθμό αυτό ισχύει. Τα πολλά bugs, η αδιάφορη ιστορία, ο φτωχός τεχνικός τομέας και ο χαρακτήρας του που ταλαντεύεται ανάμεσα σε ΜΜΟ και shooter, χωρίς να τα καταφέρνει ιδιαίτερα καλά σε κανέναν τομέα, συνθέτουν ένα σύνολο που προσπαθεί πολύ, επιχειρεί να κάνει πολλά - και τελικά αποτυγχάνει σε όλα. Κι όμως, αν κάποιος έχει διάθεση να ψάξει «κάτω από την επιφάνεια» και ασχοληθεί με τον τίτλο, θα βρει πράγματα που μπορούν να τον κρατήσουν, έστω μέχρι το τέλος της -αρκετά χορταστικής- ιστορίας.

Παρά τα προβλήματα που το μαστίζουν, το Defiance έχει κάτι που προσκαλεί τους παίκτες να εξερευνήσουν τον κόσμο του, κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να συγκεκριμενοποιήσει. Ο τρόπος με τον οποίο οι παίκτες μπορούν να δημιουργήσουν συμμαχίες, η ευκολία με την οποία εναλλάσσονται οι αποστολές με τα challenges, τα PvP και Co-Op matches, ή ακόμα και η εξερεύνηση του μεταποκαλυπτικού San Francisco, συνθέτουν μια εμπειρία η οποία μπορεί να έχει παραπάνω από όσα προβλήματα θα έπρεπε, διατηρεί ωστόσο μια πολύ συγκεκριμένη «γοητεία» που σε κάνει να ξεχνάς όλα τα ατοπήματα - έστω και γα λίγα λεπτά. Ο τεχνικός τομέας είναι αναμφισβήτητα κακός -ιδίως στην έκδοση για το Xbox 360 όπου και δοκιμάστηκε ο τίτλος- αλλά από ένα σημείο παύει να έχει ιδιαίτερη σημασία, ενώ η ομάδα ανάπτυξης συνεχώς προσπαθεί να διορθώσει τα λάθη μέσα από συνεχή υποστήριξη και patches. Τέλος, η ενσωμάτωση της τηλεοπτικής σειράς στο παιχνίδι και ο τρόπος με τον οποίο θα επηρεάζει το gameplay με κάθε του επεισόδιο δίνουν υποσχέσεις για μια εμπειρία που συνεχώς θα βελτιώνεται - αρκεί να το θελήσει και η ίδια η Trion Worlds.
Το Defiance δεν είναι μια «κακή» προσπάθεια, ούτε ένας τίτλος που κάποιος μπορεί να προτείνει στον καθένα. Απλά είναι μια παραγωγή που προσπάθησε να κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα και έπεσε «θύμα» της ίδιας της «φιλοδοξίας» της. Παρόλα αυτά, όποιος διαθέτει αρκετή θέληση και υπομονή, θα δει πως κάτω από την επιφάνεια υπάρχει αυτό το «κάτι» που θα τραβήξει όσους ψάχνουν ένα… διαφορετικό ΜΜΟ, κυρίως στις κονσόλες.
Η CD Projekt RED δεν έχει ανακάμψει πλήρως από το λανσάρισμα του Cyberpunk 2077



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity