
Αξίζει όμως αυτό το ταξίδι που μας παρουσιάζεται; Ή μήπως θα ήταν καλύτερο να περιοριστούμε σε πιο… κοντινούς προορισμούς; Όπως προαναφέρθηκε λοιπόν, στο Far Cry 3 επιστρέφουμε σε έναν εξωτικό προορισμό (σε αντίθεση με τη Σαβάννα του δεύτερου μέρους της σειράς) και πιο συγκεκριμένα σε ένα τροπικό νησί, το Rook Island. Ο πρωταγωνιστής μας είναι ο Jason Brody, ένας πλούσιος Αμερικανός, ο οποίος απολαμβάνει τις διακοπές του μαζί τα δύο του αδέρφια και τους φίλους του. Τα πράγματα γρήγορα θα πάρουν τροπή προς το χειρότερο, αφού η παρέα θα αιχμαλωτιστεί από μια ομάδα «πειρατών» και τον αρχηγό τους Vaas, για να ζητηθούν λύτρα από τις οικογένειές τους. Ο Jason θα καταφέρει μετά βίας να αποδράσει από τους απαγωγείς του, όπου και θα σωθεί από τη φυλή των αυτοχθόνων κατοίκων του νησιού, τους Rakyat. Αυτοί θα τον κρατήσουν στη ζωή και θα του μάθουν τους τρόπους, τις παραδόσεις και τα αρχαία μυστικά της φυλής τους, ελπίζοντας πως ο νεαρός Αμερικάνος θα τους βοηθήσει στον αγώνα τους ενάντια στον Vaas και τους πειρατές του. Έτσι, ο πρωταγωνιστής μας γρήγορα θα βρεθεί στο μέσο μιας σύρραξης, προσπαθώντας ταυτόχρονα να εντοπίσει και να σώσει τους φίλους του - αν είναι ακόμη ζωντανοί.

Το σενάριο του τίτλου μπορεί να μη διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας ή εξαιρετικά πλούσιας γραφής, αφού σε αρκετές φάσεις καταφεύγει σε κλισέ από B’movies μιας άλλης δεκαετίας (κυρίως όσον αφορά το όλο… “tribal” setting), ωστόσο στη πορεία κάποιος καταλαβαίνει πως αυτή δεν ήταν η πρόθεση της ομάδας ανάπτυξης από την αρχή. Θα μπορούσε κανείς να πει πως το κυριότερο σημείο εστίασης είναι ο πρωταγωνιστής - και ο τρόπος με τον οποίο μετατρέπεται από ένα δυτικό αστό στον απόλυτο κυνηγό της ζούγκλας. Ανεξαρτήτου θηράματος. Η όλη μετάβαση μάλιστα γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο από την Ubisoft, βάζοντας με τον καλύτερο τρόπο τους παίκτες στα «παπούτσια» του Jason. Πιο συγκεκριμένα, όταν τελειώσει το εισαγωγικό κομμάτι της απόδρασης από το στρατόπεδο του Vaas, οι αποστολές που μας δίνονται είναι στη πράξη ένα tutorial περίπου 60 λεπτών, στο οποίο ο τίτλος μας μαθαίνει να κυνηγάμε, να μαζεύουμε βότανα και να χρησιμοποιήσουμε όλα όσα συλλέξαμε για να δημιουργήσουμε εφόδια και να αναβαθμίσουμε τον εξοπλισμό μας. Οι αποστολές της κεντρικής ιστορίας συνήθως ακολουθούν μια αρκετά τυπική πορεία, πάντα εκμεταλλευόμενες βέβαια το μέγεθος του κόσμου και την ελευθερία που προσφέρει, χωρίς να κουράζουν, παρά τα όποια προαναφερθέντα κλισέ.

Το ταξίδι του Jason είναι αρκετά βίαιο και θα τον ωθήσει στα όριά του, μέσα από αμέτρητες μάχες και εξίσου πολλές παραισθήσεις από ναρκωτικές ουσίες - με τον ίδιο σε πολλά σημεία να μη μπορεί να ξεχωρίσει που τελειώνει η πραγματικότητα και ξεκινάει η φαντασία. Το πιο σημαντικό όμως δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία εξελίσσεται, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η Ubisoft κατάφερε να τη χρησιμοποιήσει σαν τον απόλυτο τρόπο για να τονώσει το ενδιαφέρον των παικτών, μετατρέποντάς την από κύριο σημείο εστίασης σε μια πολύ καλή εναλλακτική. Γιατί παρά το όποιο ενδιαφέρον στην ιστορία του Jason, ο πραγματικός πρωταγωνιστής του Far Cry 3 είναι το νησί Rook και ο τρόπος με τον οποίο οι παίκτες θα «δαμάσουν» αυτόν τον τροπικό παράδεισο.
Και πως θα μπορούσε να μην είναι, αφού η δουλειά που έχει γίνει είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη. Από πολύ νωρίς λοιπόν, οι παίκτες είναι ελεύθεροι να περιπλανηθούν στο -πραγματικά αχανές- νησί και να εξερευνήσουν κάθε του γωνιά, πάντα βρισκόμενοι σε έναν διαρκή αγώνα για επιβίωση. Μια δραστηριότητα που αρκετοί θα θυμούνται από τον προηγούμενο τίτλο της σειράς είναι η απελευθέρωση των outposts, τα οποία μας ξεκλειδώνουν side missions, μας επιτρέπουν να αγοράζουμε όπλα και εξοπλισμό και λειτουργούν σαν σημεία fast travel για να μη χρειάζεται να διασχίζουμε ολόκληρο το νησί αν θελήσουμε να πάμε σε κάποιο μακρινό σημείο. Ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει αυτός είναι -όπως και σε αρκετές από τις κεντρικές αποστολές- καθαρά στην ευχέρεια των παικτών. Χρησιμοποιώντας τις σκιές και εξοντώνοντας τους αντίπαλους στρατιώτες έναν προς έναν με το τόξο, ή το μαχαίρι μας; Γιατί όχι;

Απλά εισβάλλοντας από την κεντρική είσοδο με ένα οπλοπολυβόλο και «καθαρίζοντας» οτιδήποτε κινείται; Επίσης εφικτό. Από την άλλη, όσοι έχουν όρεξη για κάτι… ιδιαίτερο, μπορούν να οπλιστούν με ένα φλογοβόλο και να βάλουν φωτιά στη βλάστηση γύρω από το outpost, παγιδεύοντας τους αντιπάλους και «διαλέγοντάς» τους με το sniper rifle. Γενικότερα, ο τίτλος προκαλεί τους παίκτες να χρησιμοποιήσουν την ευρηματικότητά τους για να φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα - και αυτή ακριβώς η ευρηματικότητα απαιτείται σε πολλές περιπτώσεις αν θέλουμε ο Jason να φέρει σε πέρας την περιπέτειά του. Γενικότερα, εκεί που το Far Cry 2 απέτυχε, μετατρέποντας το open-world περιβάλλον του και τη περιπλάνηση σε κάτι άσκοπο, το sequel δίνει έναν σκοπό σε οτιδήποτε αναλαμβάνουμε να κάνουμε. Οτιδήποτε, από το κυνήγι μέχρι τη συλλογή βοτάνων έχει κάποια χρησιμότητα - και όποιος επιλέξει να αγνοήσει τις δραστηριότητες, θα χάσει ένα σημαντικό μέρος της εμπειρίας που έχει να προσφέρει αυτή η περιπέτεια. Εν συνεχεία, οτιδήποτε κάνουμε μας ανταμείβει με πόντους xp, τους οποίους χρησιμοποιούμε για να αναπτύξουμε το χαρακτήρα μας και να αποκτήσουμε νέες ικανότητες που θα διευκολύνουν ακόμη περισσότερο την παραμονή μας στη ζούγκλα, από αυξημένες αισθήσεις και ικανότητες, μέχρι νέους (και ολοένα πιο βίαιους) τρόπους να δώσουμε τέλος στις ζωές των αντιπάλων μας.

Δε θα ήταν υπερβολή να πει κανείς πως το νησί σε προκαλεί να το εξερευνήσεις και να χαθείς στον κόσμο του - και ο τρόπος με τον οποίο ο τίτλος έχει δομηθεί γύρω του το κάνει μια ασχολία που σε κάνει να θέλεις να αναλάβεις. Το νησί Rook είναι σαν μια μεγάλη παιδική χαρά για… μεγάλα «παιδιά», όπου όλα επιτρέπονται και ο έλεγχος είναι μια λέξη που απλά δεν υπάρχει. Η έλλειψη ελέγχου είναι γενικότερα η κυρίαρχη ιδέα πίσω από τον κόσμο του Far Cry 3, κάτι που γίνεται εύκολα αντιληπτό και στην πορεία «απελευθερώνει» τον Jason, δίνοντας του για πρώτη φορά μια αίσθηση σκοπού, κάτι στο οποίο μπορεί να βρει νόημα και να αφιερωθεί. Όταν αποφασίσουμε πως θέλουμε να αφήσουμε στην άκρη την εξερεύνηση για λίγο, ο τίτλος προσφέρει ένα co-op τεσσάρων ατόμων, τα γεγονότα του οποίου λαμβάνουν χώρα έξι μήνες πριν την ιστορία του Jason. Εδώ πέρα, τα πράγματα αλλάζουν και οι αποστολές ακολουθούν μια γραμμική πορεία, με objectives τα οποία πρέπει να φέρουμε σε πέρας και «διαλλείματα» που δίνουν έναν ανταγωνιστικό τόνο, από το ποιος θα σημειώσει τα περισσότερα kills με sniper rifle μέχρι το ποιος θα μεταφέρει τα περισσότερα πακέτα πάνω στο quad bike του.

Οι co-op αποστολές ουσιαστικά αποτελούν ένα ευχάριστο διάλλειμα από την κεντρική ιστορία, χωρίς να προσφέρουν κάτι το ιδιαίτερο. Το competitive multiplayer είναι τελείως, με παραλλαγές των γνωστών modes Domination και Team Deathmatch και το γνωστό σύστημα progression το οποίο ξεκλειδώνει νέα όπλα, ικανότητες και μιας μορφής killstreaks. Οι χάρτες είναι μεγάλοι και πολύπλοκα σχεδιασμένοι χωρίς λόγο, ενώ παραμένει μυστήριο γιατί η ομάδα ανάπτυξης διάλεξε να ακολουθήσει τη πεπατημένη παρά να δοκιμάσει κάτι καινούριο σε αυτό το κομμάτι, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τη φύση του τίτλου και τις δυνατότητες που προσφέρει. Τέλος, το «πακέτο» κλείνει ένας map editor στον οποίο οι παίκτες μπορούν να δημιουργήσουν τα δικά τους επίπεδα, ενώ οι δημιουργοί έχουν υποσχεθεί πως θα επιλέγουν τις καλύτερες δημιουργίες και θα τις ενσωματώσουν στα multiplayer playlists.
Όλα μέχρι στιγμής ακούγονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, η αλήθεια όμως είναι ότι κανείς τίτλος δεν είναι χωρίς προβλήματα Το Far Cry 3 δυστυχώς δε ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα. Κατά τη διάρκεια της περιήγησής μας θα συναντήσουμε αρκετά bugs, τα οποία όμως περισσότερο προκαλούν γέλιο, παρά εμποδίζουν τη ροή της ιστορίας, χωρίς να επηρεάζουν το gameplay. Το πιο ενοχλητικό είναι ίσως το κακό AI, το οποίο καθιστά τους αντιπάλους κάτι ελάχιστα περισσότερο από στόχους για εξάσκηση, ιδίως με τον τρόπο που βολικά μας γυρίζουν την πλάτη ή δε μας βλέπουν στα stealth κομμάτια. Τα περισσότερα από αυτά εντοπίζονται στο co-op του τίτλου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το single-player είναι απροβλημάτιστο.

Ο τεχνικός τομέας κάθε τίτλου Far Cry αποτελεί σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης και το Far Cry 3 δε θα μπορούσε να διαφέρει. Τουλάχιστον στο οπτικό κομμάτι. Τα γραφικά του τίτλου είναι από τα καλύτερα που έχουν παρουσιαστεί ποτέ, με εκπληκτικά εφέ φωτισμού, πανέμορφα σχεδιασμένο περιβάλλον και καθαρά textures. Αρκετές φορές οι παίκτες θα πιάσουν τον εαυτό τους να κάνουν ένα διάλλειμα από τη δράση για να θαυμάσουν το τοπίο, με το draw distance να μας χαρίζει μια εντυπωσιακή θέα μέχρι τα βάθη του ορίζοντα. Η αλήθεια είναι πως θα χρειαστείτε ένα πολύ δυνατό PC για να μπορέσετε να απολαύσετε τα γραφικά του τίτλου απρόσκοπτα, το αποτέλεσμα όμως θα ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό. Ο ηχητικός τομέας δυστυχώς δεν ακολουθεί στο ίδιο επίπεδο. Οι μελωδίες που συνοδεύουν τη δράση δύσκολα θα κλέψουν τη προσοχή, ενώ μετά από λίγο καταλήγουν βαρετές.

Τα ηχητικά εφέ των όπλων και του περιβάλλοντος είναι πολύ καλής ποιότητας, βάζοντας τους παίκτες αμέσως στο κλίμα, κάτι που δεν ισχύει για τις ομιλίες των NPCs, αφού οι φράσεις που χρησιμοποιούν είναι ελάχιστες, ενώ η ποιότητα ηχογράφησης είναι απλά κακή. Από την άλλη όμως έχουμε το εξαιρετικό voice-over των κεντρικών χαρακτήρων, με την ερμηνεία του Michael Mando στο ρόλο του Vaas να κλέβει τη παράσταση. Εδώ θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά για τον «κακό» της ιστορίας, ο οποίος ίσως και να είναι ο πιο ενδιαφέρον χαρακτήρας που έχουμε συναντήσει εδώ και πολύ καιρό. Ο τρόπος με τον οποίο ο Vaas ισορροπεί ανάμεσα στη λογική και την παράνοια είναι απλά εντυπωσιακός, αφού η σχιζοφρένεια φλερτάρει με κάθε του λέξη. Το πρώτο πράγμα που θα μπορούσε κάποιος να πει για το Far Cry 3 είναι ότι επιστρέφει στις ρίζες του και εκ πρώτης όψεως κάτι τέτοιο σίγουρα ισχύει, αλλά είναι κάνει πολύ περισσότερα από αυτό. Παραμένει πιστό στην αρχική ιδέα του τίτλου και την εξελίσσει με πολλούς περισσότερους τρόπους από όσους θα προσπαθούσε κανείς.

Το να παρουσιάζεις ένα μαγευτικό και λεπτομερέστατο περιβάλλον είναι σίγουρα κάτι που θέλει δουλειά, αλλά το να αφήνεις τους παίκτες στον πλούσιο αυτό κόσμο και να τους δίνεις τα εργαλεία να κάνουν οτιδήποτε θέλουν, προκαλώντας τους ταυτόχρονα να ωθήσουν την ευρηματικότητά τους στα όρια είναι κάτι που δύσκολα κανείς βλέπει. Πάντα θα υπάρχει κάτι για να μας απασχολήσει στον κόσμο του τίτλου, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η αίσθηση του σκοπού. Τα όποια στραβοπατήματα δεν είναι αρκετά για να χαλάσουν την εικόνα μιας παραγωγής σαν κι αυτή, ενώ το multiplayer κομμάτι μπορεί πολύ εύκολα να αγνοηθεί για χάρη της περιπέτειας του Jason, η οποία προ(σ)καλεί τους παίκτες να τη ζήσουν ξανά και ξανά. Και τα καταφέρνει κάθε φορά.
Τα όρια των FPS μπορεί να είναι μικρά για κάποιους, η Ubisoft όμως δε συμμερίζεται αυτή την άποψη και όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος, πράττει πολύ σωστά. Το απόλυτο sandbox FPS; Ίσως. Ένας από τους πιο συναρπαστικούς τίτλους των τελευταίων ετών; Σίγουρα.



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity