Αγαπητέ χρήστη, παρατηρήσαμε οτι έχεις ενεργοποιημένο Ad Blocker.
Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity
Viper: Μεγάλος διαγωνισμός - Κερδίστε 1 gaming πληκτρολόγιο και 1 ασύρματο gaming mouse από την Viper για τα 10 χρόνια λειτουργίας του Enternity.gr! >>
" class="background_custom_ext_pixel" alt="*" />* ";

Το κριτήριο σας πρέπει να ειναι τουλάχιστον 3 χαρακτήρες

Death Stranding Director's Cut Review

  • ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

    Kojima Productions

  • ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ

    Sony (SIE)

  • ΔΙΑΝΟΜΗ

    Sony

  • PEGI

    18+

  • ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Αλλάζει κάτι στο Death Stranding: Director's Cut έτσι ώστε να αξίζει να ασχοληθείτε μαζί του αν η αρχική κυκλοφορία σας άφησε με...προβληματισμούς;

Μετά από το τέλος της συνεργασίας μεταξύ Konami και Kojima Productions, η οποία έκλεισε το 2015 και αναδιαρθρώθηκε για να επιστρέψει λίγους μήνες μετά, τα μάτια του κόσμου του gaming ήταν στραμμένα στην επόμενη κίνηση του Hideo Kojima. Ο Ιάπωνας δεν άργησε και αποκάλυψε το πρώτο του project στη μετά-Konami εποχή στην E3 του 2016, ένα project που τότε λίγοι κατανόησαν, όμως όλοι αδημονούσαν να μάθουν περισσότερα. Τελικά, το Death Stranding κυκλοφόρησε το 2019 και έκτοτε έχει πρωταγωνιστήσει σε ποικίλες συζητήσεις διχάζοντας το gaming κοινό, μερίδα του οποίου κατέκρινε πολλά από τα χαρακτηριστικά του τίτλου, συνοψίζοντας μάλιστα όλα του τα αρνητικά συσχετίζοντας το με ένα walking simulator. Στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο παιχνίδι - όραμα του Hideo Kojima είναι πολλά περισσότερα από αυτό και, ακόμα και δεν εκμεταλλεύεται πλήρως τις δυνατότητές του ή ακόμα και αν ο ίδιος ο Kojima δεν είναι βέβαιος για το τι ακριβώς δημιούργησε, πρόκειται για μια εμπειρία που πρέπει να βιωθεί.




Οποιοσδήποτε ακολουθεί την πορεία του Kojima για περισσότερα από 10 χρόνια γνωρίζει πως έχει το βλέμμα του μονίμως στραμμένο στο μέλλον και, τις περισσότερες φορές, αποδεικνύεται εύστοχος ως προς τις κινήσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε για άλλη μια φορά προφητικός, αν και άθελά του, κι αυτό συνέβη εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού. Το Death Stranding δεν βάζει απλά τους παίκτες αντιμέτωπους με τα αισθήματα της απομόνωσης, της μοναξιάς και της θλίψης, αισθήματα που κυριάρχησαν σε ολόκληρη σχεδόν την ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια των μαζικών, παγκόσμιων lockdowns, μα τους ωθεί στο να τα βιώσουν εκείνη τη στιγμή, τους προτρέπει να τα κάνουν δικά τους και, γιατί όχι, να θριαμβέψουν πορευόμενοι μαζί τους. Μερικούς μόλις μήνες πριν από την εμφάνιση της πανδημίας ο Kojima μάς σύστησε μια κατεστραμμένη Αμερική, έναν τόπο ρημαγμένο στον οποίο κυριαρχεί (στην κυριολεξία, από όλες τις απόψεις) ο θάνατος, με πρωταγωνιστή τον Sam Porter Bridges. Έναν μοναχικό άνθρωπο που έχει στόχο να ενοποιήσει απομονωμένους σταθμούς που μοιάζουν να αναπαριστούν μια αδύναμη φλόγα, η οποία αν σβήσει θα χαθούν τα πάντα. Σταθμούς διασκορπισμένους σε μια ήπειρο, παλαιότερα γνωστή ως Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και πλέον ανερχόμενη ως United Cities of America (UCA, Ηνωμένες Πόλεις της Αμερικής). Αυτό θα το πετύχει ολοκληρώνοντας παραδόσεις από τον ένα σταθμό στον άλλο, ενώνοντάς τους με ένα ασύρματο δίκτυο (το chiral network), δημιουργώντας έναν πολιτισμό από την αρχή.



Όλα ξεκίνησαν ύστερα από μυστηριώδης εκρήξεις που δοκίμασαν τις αντοχές ολόκληρου του πλανήτη και έκτοτε η βροχή (το φαινόμενο timefall) επιταχύνει την πάροδο του χρόνου και έρχεται μαζί με τις παραφυσικές οντότητες BTs. Τα BTs (Beached Things) είναι ψυχές που έχουν… ξεβραστεί στον κόσμο των ζωντανών, φασματικές φιγούρες που αιωρούνται επιβλητικά μερικά μέτρα πάνω από την επιφάνεια της Γης με κάτι σαν ομφάλιο λώρο να τις συνδέει με αυτή. Μοιάζουν να έχουν γεννηθεί από το πιο εφιαλτικό gothic παραμύθι και αποτελούν το μεγαλύτερο φόβητρο του Death Stranding. Ο Sam μπορεί να εντοπίσει τα BTs χάρη στο BB (Bridge Baby) που έχει μαζί του καθ’ όλη τη διάρκεια των ταξιδιών του. Τα BBs, όντας ακόμα αγέννητα μωρά, μπορούν να αισθανθούν τα BTs διατηρώντας μια απόκοσμη, αλλά και αλληγορική σύνδεση με τον κόσμο των νεκρών και έτσι χρησιμοποιούνται από τους εργαζόμενους της Bridges (της εταιρείας που έχει αναλάβει την αναστήλωση της Αμερικής), όπως είναι ο Sam, ώστε να τα αποφεύγουν και να ολοκληρώνουν τις παραδόσεις τους.  Εκτός των BTs όμως υπάρχουν και οι MULEs, συμμορίες πρώην Porters που αποφάσισαν πως η ζωή θα είναι ευκολότερη αν σταματήσουν τις διαδρομές των παραδόσεων και ξεκινήσουν να κλέβουν τα φορτία διερχόμενων ανθρώπων για να επιβιώσουν. Πέραν τούτων υπάρχουν ορισμένοι βασικοί χαρακτήρες που εξυπηρετούν στην πρόοδο της ιστορίας του κόσμου, αλλά και του Sam μέσα σε αυτόν. Τους υποδύονται οι Emily O’Brien, Tommie Earl Jenkins, Guillermo Del Toro, Nicolas Winding Refn, Margaret Qualley, Léa Seydoux, Troy Baker, Mads Mikkelsen και, φυσικά, ο Norman Reedus που έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο (Sam). Το Death Stranding υποχρεώνει παρόλα αυτά όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν σε όσα έχει να τους προσφέρει η ιστορία του να διαβάσουν mails που λαμβάνει ο Sam, αλλά και περιγραφές διαφόρων αντικειμένων και φορτίων. Το παιχνίδι σηκώνει πολύ διάβασμα και μπορεί να κουράσει, όμως έχει πάντα νόημα το κάτι παραπάνω καθώς ένας ολόκληρος post-apocalyptic κόσμος χτίζεται λεπτομέρεια στη λεπτομέρεια.



Καθώς λοιπόν χειριζόμαστε τον Sam και γινόμαστε συνοδοιπόροι του στη νεκρή πάλαι ποτέ Αμερική αναλαμβάνουμε τη μεταφορά φορτίων. Όσο μεγαλύτερο είναι το φορτίο, τόσο γρηγορότερα εξαντλείται ο Sam και οι μπαταρίες του εξωσκελετού που φορά ως επαγγελματικό εξοπλισμό. Στα χέρια μας είναι η διαχείριση τόσο του φορτίου (και το αν θα το κουβαλάμε φορτώνοντάς το στην πλάτη, τα χέρια, τα πόδια του Sam, ή σε κάποιο όχημα) όσο και της ενέργειας που έχουμε για να εκτελέσουμε την κάθε παράδοση (υπάρχουν σταθμοί φόρτισης μπαταριών, αλλά και ξεκούρασης του Sam). Η περιήγηση στον κόσμο απαιτεί συχνή μελέτη του δαπέδου. Άλλοτε είναι στρωμένο με χόρτο, άλλοτε με χαλίκια, άλλοτε με ογκόλιθους. Θα περάσουμε από χωματόδρομους με λάσπες, ρυάκια, ποτάμια. Κάθε μορφής δάπεδο απαιτεί ξεχωριστό χειρισμό του Sam, άλλοτε κρατώντας ασταμάτητα τους ιμάντες που στηρίζουν το φορτίο πάνω μας και άλλες φορές κάνοντας πολλές στροφές ώστε να αποφύγουμε ανώμαλο έδαφος προκειμένου να αποφύγουμε πτώση που θα έχει ως αποτέλεσμα κατεστραμμένο φορτίο, επιπλέον κόπωση του Sam, έξτρα επιβάρυνση των μπαταριών. Ακόμα και όταν χρησιμοποιούμε κάποιο όχημα όμως μπορεί να βρεθούμε προ εκπλήξεως καθώς μια απλή πρόχειρη ματιά του χάρτη δίχως να αναλογιστούμε τον καταλληλότερο δρόμο προς τον προορισμό μας μπορεί να μας οδηγήσει σε κρυμμένο από το οπτικό μας πεδίο χαντάκι, προσθέτοντάς μας μέτρα (δε χρειάζεται να αναλογιστούμε χιλιόμετρα, εδώ κάθε μέτρο στην απόσταση έχει βάρος) και έτσι θα βρεθούμε στην ανάγκη φόρτισης μπαταριών, ενδεχομένως μακριά από σταθμό αναπλήρωσης ενέργειας και τότε… επιστρέφουμε στον ποδαρόδρομο. Πράγμα χειρότερο όταν δεν ήταν το πρόγραμμα εξ’ αρχής.



Από εκεί και πέρα υφίσταται μια μικρή δόση έντασης εδώ κι εκεί εξαιτίας διαπληκτισμών με MULEs ή αντιπαραθέσεων με χαρακτήρες – οντότητες – bosses (όλα μαζί σε ένα). Υπάρχει οπλοστάσιο να δημιουργηθεί, αν και υπερβολικά περιορισμένο, παρόλο που η έκδοση Director’s Cut προσθέτει αποστολές που τείνουν να δίνουν (ελάχιστο) επιπλέον βάρος σε αυτό το κομμάτι. Με αυτό φαίνεται ξεκάθαρα πως ο τίτλος δε δημιουργήθηκε με το σκεπτικό της μάχης, αλλά αντίθετα δίνει την εντύπωση πως την προσθέτει ούτως ή άλλως για να αποφύγει τον χαρακτηρισμό που προαναφέραμε στην αρχή. Αυτόν, δηλαδή, του walking simulator. Οι μάχες δεν οδηγούν – σχεδόν – ποτέ στο θάνατο κανενός, είναι σύντομες και σπάνια (μα πολύ σπάνια) δύσκολες. Εξυπηρετούν όμως στον ρεαλισμό της πραγματικότητας ενός κόσμου σαν και αυτού εδώ, ιδιαίτερα στο φορμάτ ενός game από έναν δημιουργό που θεωρεί πως υπάρχει μια ιδεατή γέφυρα μεταξύ video games και κινηματογράφου. Το μοναδικό αντίβαρο στην έλλειψη της δράσης είναι η δυνατότητα δημιουργίας σταθμών ή και δρόμων, πράγματα που είναι ορατά στους αντίστοιχους κόσμους των υπόλοιπων παικτών, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση του online play, της “σύνδεσης” με τον υπόλοιπο κόσμο (όπως θέλει και το theme της πλοκής), δίνοντας εντέλει την αίσθηση της επίτευξης κάτι σημαντικού. Είναι αυτό αρκετό; Ίσως και όχι. Ίσως και να είναι πολλά από μόνο του.



Το Director’s Cut επιτρέπει στο Death Stranding να τρέχει natively στο PlayStation 5. Αυτό σημαίνει πως μπορούμε να παίξουμε τον τίτλο με αρκετά βελτιωμένα γραφικά σε 60fps και σημαντικά μικρότερους χρόνους φόρτωσης. Ο κόσμος του αποδίδεται πανέμορφα. Τα τοπία του τίτλου είναι εκπληκτικά και απίστευτα λεπτομερή και τώρα λάμπουν με την ποιότητά τους. Το πλέον πάντα σταθερό framerate βοηθά στο να νιώσουμε σαν να παρακολουθούμε όντως μια κινηματογραφική παραγωγή, μόνο που στην καρέκλα του σκηνοθέτη καθόμαστε εμείς. Το soundtrack που συνοδεύει το ταξίδι είναι μαγευτικό και συνεισφέρει στην ατμόσφαιρα της απομόνωσης, της μοναξιάς και της θλίψης, όμως το κάνει με τρομερά ελκυστικό τρόπο ακόμα και στις πιο ήρεμες στιγμές, όταν δεν παίζει κάποιο τραγούδι αλλά απλοί ambient ήχοι και alpha waves. Η πλοήγηση των menus όμως παραμένει ένας μικρός πονοκέφαλος. Υπάρχει μια πολυπλοκότητα που κάνει τις κατά τα άλλα απλές διαδικασίες επίπονες. Δεν επρόκειτο φυσικά για κάτι που περιμέναμε να αλλάξει με τη νέα έκδοση του παιχνιδιού. Όπως συμβαίνει επίσης με τα ανούσια side missions που δεν αποστασιοποιούνται καθόλου από τα main missions. Μας στέλνουν σε νέα ταξίδια για νέες παραδόσεις. Οι νέες αποστολές της καινούργιας έκδοσης, τα επιπλέον cutscenes που ναι μεν συνάδουν με τη σκηνοθεσία και την πλοκή του βασικού παιχνιδιού όμως δεν αποσκοπούν σε καμία περίπτωση να αλλάξουν γνώμη στο κοινό που αντιστέκεται στον τίτλο και modes όπως η επανάληψη boss fights και… οι αγώνες kart (ότι πιο παράταιρο μπορούσε να προστεθεί, όμως ταιριάζει στις περιστασιακές καφρίλες του παιχνιδιού – βλέπε cutscenes του Sam στο αποχωρητήριο) μπορούν να προσφέρουν μια κάποια διασκέδαση, αλλά είναι προϊόντα για χρήση μιας φοράς το πολύ.



Οι αγώνες με τα οχήματα είναι ομολογουμένως δυνατή καφρίλα από μεριάς Kojima. Σε αντίθεση με την κατάθλιψη που χαρακτηρίζει την ατμόσφαιρα του παιχνιδιού έρχεται να λειτουργήσει ως ένα σχεδόν διασκεδαστικό διάλειμμα, δίνοντας μας πρόσβαση σε διαφόρων τύπων οχήματα για να αναμετρηθούμε σε πίστες karting που αιωρούνται. Οι χρόνοι κρατούνται και μπορούμε να τους συγκρίνουμε με τους αντίστοιχους των υπολοίπων παικτών. Πρόκειται για φανταχτερό (με τα δεδομένα του τίτλου) mini-game που έχει ίσο νόημα με τα side missions του. Θα λέγαμε πως σημαντικότερη προσθήκη είναι αυτή του καταπέλτη φορτίων που μας απαλλάσσει από το να κουβαλήσουμε βαριά δέματα γλιτώνοντας ορισμένους περιπάτους, στην ουσία λειτουργώντας σαν εναλλακτικό cargo bot που αναλαμβάνει παραδόσεις από μόνο του και τις ολοκληρώνει μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα. Μια ακόμα σημαντική και πρακτικά χρήσιμη προσθήκη είναι τα boost points που εκτοξεύουν το όχημα που οδηγεί ο Sam σε μεγάλες αποστάσεις επισπεύδοντας σημαντικά τα ταξίδια μας (ευτυχώς, μια και δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στο fast travel όταν έχουμε μαζί μας φορτίο). Όσο για τα ολοκαίνουργια missions, όταν καλούμαστε να εισέλθουμε σε υπόγειες εγκαταστάσεις θυμόμαστε πως είναι το stealth του Death Stranding. Αν και μπορεί να δείχνει λίγο έξω από τα νερά του, προσθέτει το κάτι τι στην ατμόσφαιρα με ένα κλικ αγωνίας παραπάνω.



Συμπερασματικά το Death Stranding: Director’s Cut είναι ακόμα μια ευκαιρία να δοκιμάσει κανείς έναν από τους πραγματικά πιο ενδιαφέροντες τίτλους της προηγούμενης γενιάς, ακόμα και αν αυτό ισχύει μόνο και μόνο λόγω του πόσο αμφιλεγόμενος είναι. Το κάθε άλλο βέβαια, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την εσωτερική αναζήτηση στην οποία μπορεί αβίαστα να επιδοθεί ταξιδεύοντας τον κόσμο του για ώρες, ατενίζοντας (το κενό;), ακούγοντας ήχους που – ενίοτε – μιλούν στο υποσυνείδητο, έως ότου αντιληφθεί ότι σε κάποια γωνιά του εγκεφάλου του καραδοκεί η επιθυμία του να επιστρέψει λίγες ώρες αφότου έχει κλείσει το παιχνίδι. Κι αυτό γιατί η κοσμοθεωρία του Death Stranding αποκτά ώρα με την ώρα πιο στερεή υπόσταση. Ακόμα και αν στην πορεία οι μεταφορές φαντάζουν η χειρότερη αγγαρεία. Ακόμα και όταν η μιζέρια του Sam γίνεται και δική μας μιζέρια. 

6.5

ENTERNITY SCORE
ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΕ ΤΟ opencritic.com
ΘΕΤΙΚΑ
  • Τεράστιος, όμορφος και λεπτομερής κόσμος που καλεί τον παίκτη να χαθεί μέσα του, συνοδεία ιδανικού soundtrack (είτε μιλάμε για τραγούδια, είτε για ambient ήχους) που αποσκοπούν στη δημιουργία ποικίλλων συναισθημάτων και εντέλει το καταφέρνουν
  • Μετρημένα, αλλά σωστά δομημένα cutscenes και πολύ δυνατή ηθοποιία από το καστ
  • Εξαιρετικές επιδόσεις και πολύ μικροί χρόνοι φόρτωσης
ΑΡΝΗΤΙΚΑ
  • Δεν θα κάνει κανέναν… άπιστο να αλλαξοπιστήσει καθώς δεν προσθέτει κάτι σημαντικό ώστε να το διαφοροποιήσει αρκετά από ότι ήταν ήδη
  • Πολλές, πάρα πολλές μεταφορές ίσον πολλά χιλιόμετρα περπατήματος, ίσον πολλές ώρες (μερικές δεκάδες) χαμένες στο όργωμα του χάρτη
  • Τα αλλόκοτα menus επιστρέφουν άθικτα, έτοιμα να μας μπερδέψουν για ακόμα μια φορά
Διαβάστε πρώτοι όλα τα νέα του Enternity.gr στο Google News, στο Facebook και στο Twitter
3 ΣΧΟΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Για να μπορέσετε να προσθέσετε σχόλιο θα πρέπει πρώτα να έχετε κάνει login
    • joehok
    • Αυτό με μενού όντως μεγάλο θέμα... Έχει προσωπικότητα αλλά ανούσια δυσλειτουργικο. Το ευχαριστήθηκα φουλ αλλα σε καμία περίπτωση δεν θα το έκανα πρόταση σε μέσο γκειμερ.

    • Maverick
    • Φοβερή δουλειά ποιότητα στο παιχνίδι αλλά δεν είναι για όλους πιστεύω είναι για ορισμένο κοινό όχι για τον μέσο gamer όπως λέει και ο φίλος από κάτω

    • dexter1810
    • Αυτό το παιχνίδι το ξεκίνησαν πολλοί και το παράτησαν. Προσωπικά το τελείωσα, χωρίς να ασχοληθώ με side missions. Ενώ ζορίστηκα πολύ μέχρι να μπει στο ζουμί, μετά εθίστηκα. Είναι ίσως το μοναδικό παιχνίδι που θα ήθελα να σβηστεί από την μνήμη μου, για να το παίξω πάλι από την αρχή, ειδικά για το τελευταίο 4ωρο του. Το προτείνω σε όλους τους gamer μπαμπάδες...

Μείνε ενημερωμένος

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΝΕΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΝΕΟ ΜΑΣ, ΚΑΝΕ ΤΩΡΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΟΥ ENTERNITY.GR!