
Η Insomniac παρουσιάζει τη δική της εκδοχή του Logan και δεν προσπαθεί να αντιγράψει όσα γνωρίζουμε από τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις. Η ιστορία τον βρίσκει να επιστρέφει στην Team X, καθώς η απειλή του Bolivar Trask απέναντι στους mutants μεγαλώνει. Υπάρχουν στοιχεία και ιδέες που οι φίλοι των X-Men θα αναγνωρίσουν, όμως η ομάδα ανάπτυξης χτίζει τη δική της ιστορία προέλευσης για τον χαρακτήρα και τον κόσμο γύρω του. Η γνώση των κόμικς ή προηγούμενων μεταφορών δεν είναι απαραίτητη και, σε αρκετές περιπτώσεις, ίσως είναι ακόμη καλύτερο να προσεγγίσει κανείς την περιπέτεια χωρίς προκαταλήψεις για το πού μπορεί να οδηγηθεί. Ο ίδιος ο Logan είναι μακράν ένα από τα δυνατότερα στοιχεία του τίτλου. Η Insomniac τού δίνει ουσιαστικό παρελθόν, εσωτερικές συγκρούσεις και μια προσωπικότητα που ισορροπεί πολύ καλά ανάμεσα στον άνθρωπο και στο σχεδόν ανεξέλεγκτο ζώο που κρύβει μέσα του. Ο Wolverine δεν έχει ιδιαίτερους ενδοιασμούς απέναντι στη βία και το παιχνίδι δεν προσπαθεί να μαλακώσει αυτή την πλευρά του. Αν κάποιος βρεθεί ανάμεσα στον Logan και στον στόχο του, οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος του.

Τεράστια συμβολή σε αυτό έχει ο Liam McIntyre. Το να πείσεις το κοινό για έναν νέο Logan δεν είναι εύκολο, ειδικά όταν η κινηματογραφική εικόνα του χαρακτήρα έχει ταυτιστεί τόσο έντονα με τον Hugh Jackman. Παρ’ όλα αυτά, ο McIntyre καταφέρνει πολύ γρήγορα να κάνει τον ρόλο δικό του. Οι εκρήξεις θυμού, η κούραση, η εσωτερική σύγκρουση και οι πιο ήσυχες στιγμές συνθέτουν μια εξαιρετικά πειστική ερμηνεία. Δεν χρειάζεται πολύς χρόνος μέχρι να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε ποιος άλλος έχει υποδυθεί τον χαρακτήρα. Η Jean Grey λειτουργεί επίσης εξαιρετικά δίπλα του και η σχέση των δύο αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους άξονες της ιστορίας. Δυστυχώς, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για όλους. Χαρακτήρες όπως οι Sabretooth και Mystique μοιάζουν σε αρκετά σημεία περισσότερο με κομμάτια που χρειάζεται η πλοκή για να προχωρήσει, παρά με προσωπικότητες που αναπτύσσονται οργανικά. Πράξεις, αντιδράσεις και επιλογές τους βασίζονται σε γεγονότα που το παιχνίδι μάς ζητά περισσότερο να αποδεχθούμε παρά να αισθανθούμε. Η Jean Grey και ο Nathaniel Essex έχουν σαφώς πιο προσεγμένο διάλογο και παρουσία, χωρίς όμως να λείπουν οι στιγμές όπου οι βρισιές μοιάζουν πιο έντονες από όσο χρειάζεται ή όπου μια συζήτηση θα μπορούσε είτε να είχε τελειώσει νωρίτερα είτε, αντίθετα, να είχε πάρει λίγο περισσότερο χρόνο ώστε να αποκτήσει το βάρος που της αναλογεί.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της αφήγησης είναι ο ρυθμός της. Για περίπου τα δύο πρώτα τρίτα, αρκετά πράγματα παραμένουν σκόπιμα θολά, χωρίς όμως το μυστήριο να δικαιολογεί πάντοτε τις επιλογές του Logan. Υπήρξαν στιγμές όπου αναρωτηθήκαμε γιατί κάνει αυτό που κάνει και, ακόμη περισσότερο, γιατί οι άνθρωποι γύρω του θεωρούν ότι αυτή είναι η σωστή πορεία. Το ίδιο ισχύει και για τους περισσότερους ανταγωνιστές. Για μεγάλο μέρος του παιχνιδιού δεν έχουν την παρουσία που περιμέναμε, ενώ η Lady Deathstrike ειδικότερα μοιάζει να εξυπηρετεί περισσότερο έναν συγκεκριμένο αφηγηματικό σκοπό παρά να αποτελεί έναν πραγματικά ενδιαφέροντα αντίπαλο από μόνη της. Και ύστερα έρχεται το τελευταίο τρίτο. Εκεί πολλά από τα κομμάτια που μέχρι τότε έμοιαζαν ασύνδετα βρίσκουν τη θέση τους, οι αντίπαλοι αποκτούν επιτέλους το βάρος και την απειλητικότητα που χρειάζονταν και η ιστορία αποκτά πολύ μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη. Η κορύφωση λειτουργεί πραγματικά καλά και οι τελευταίες στιγμές έχουν αισθητό αντίκτυπο, ακόμη κι αν αυτός θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερος με καλύτερο χτίσιμο στις προηγούμενες ώρες. Το σημαντικότερο είναι ότι, όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους, θέλαμε πραγματικά να δούμε πού μπορεί να οδηγήσει η Insomniac αυτή την εκδοχή του Wolverine και τον κόσμο που έχει αρχίσει να χτίζει γύρω του.

Αν η ιστορία καταφέρνει τελικά να μας κερδίσει, το σύστημα μάχης ακολουθεί σχεδόν την αντίθετη διαδρομή. Στην αρχή είναι δύσκολο να μην εντυπωσιαστεί κανείς. Ο Logan κινείται γρήγορα, πέφτει πάνω στους εχθρούς με τεράστια δύναμη, κόβει άκρα, γεμίζει με αίμα και μετατρέπει κάθε μικρό δωμάτιο σε σκηνή ακραίας βίας. Οι κινήσεις είναι εξαιρετικά δουλεμένες και οι επιθέσεις έχουν πραγματικό βάρος. Κάτω όμως από αυτή την εντυπωσιακή παρουσίαση, το σύστημα είναι υπερβολικά απλό. Στη συντριπτική πλειονότητα των συγκρούσεων πατάμε ξανά και ξανά το τετράγωνο, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για perfect parry. Υπάρχει dodge, επίθεση που κλείνει άμεσα την απόσταση, Barrages και Critical Strikes, όμως η βασική λογική δεν αλλάζει. Ακόμη και το Barrage προκύπτει ουσιαστικά ως συνέχεια του ίδιου ασταμάτητου πατήματος του ίδιου κουμπιού όταν ο αντίπαλος βρίσκεται σε κατάσταση stun. Τα Critical Strikes είναι πιο ισχυρές εκτελέσεις που προκαλούν μεγάλη ζημιά ή εξοντώνουν μικρότερους εχθρούς, αλλά ακόμη και εδώ οι οπτικές διαφορές από αρκετές από τις συνηθισμένες εκτελέσεις δεν είναι όσο μεγάλες θα θέλαμε. Είναι επίσης περίεργο θεματικά να βλέπουμε τον Wolverine να χρειάζεται συγκεκριμένες συνθήκες για να πραγματοποιήσει θανατηφόρες επιθέσεις με τα adamantium claws, όταν σε κάθε άλλη στιγμή κόβει σχεδόν οτιδήποτε βρεθεί μπροστά του.

Το Rage είναι η καλύτερη ιδέα ολόκληρου του συστήματος μάχης, επειδή καταλαβαίνει τι πρέπει να ζητά ένα παιχνίδι Wolverine από τον παίκτη: διαρκή επιθετικότητα. Όσο μένουμε μέσα στη μάχη, χτυπάμε και μετακινούμαστε από στόχο σε στόχο, τόσο περισσότερο ανεβαίνει το Rage. Στο δεύτερο επίπεδο αποκτούμε το Last Stand, που μπορεί να επαναφέρει πλήρως την υγεία όταν ο Logan πέσει, καταναλώνοντας το Rage, ενώ στο τρίτο η εικόνα μετατρέπεται σε ένα εντυπωσιακό ασπρόμαυρο σκηνικό όπου μόνο το αίμα κρατά το χρώμα του και ο Wolverine γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνος. Είναι μία από τις περιπτώσεις όπου μηχανισμός και χαρακτήρας δένουν απόλυτα. Το Healing Factor λειτουργεί επίσης σωστά θεματικά. Ο Logan αναγεννά σταδιακά την υγεία του και το ίδιο το σώμα του δείχνει να επουλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Υπάρχει όμως μια περίεργη χαμένη ευκαιρία: το αίμα που τον καλύπτει εξαφανίζεται μαζί με την αποκατάσταση του σώματος, οπότε λίγα δευτερόλεπτα μετά από μια τεράστια μάχη μοιάζει σαν να μην συνέβη τίποτα. Θα ήταν πολύ πιο ταιριαστό να μπορούμε να ολοκληρώσουμε μια αποστολή βλέποντας τον Logan καλυμμένο με ξεραμένο αίμα από όσα προηγήθηκαν.

Παρόμοια είναι και η ζημιά στις στολές. Το παιχνίδι εξηγεί θεματικά γιατί μπορούν να αποκαθίστανται, όμως αυτό δεν συμβαίνει ποτέ μπροστά στον παίκτη. Αντίθετα, βλέπουμε συνεχώς τα ίδια περίπου σκισίματα και γρατζουνιές πάνω στη στολή και, μετά από μια κινηματογραφική σκηνή, όλα επανέρχονται ξαφνικά σε άριστη κατάσταση. Σε έναν τίτλο που επενδύει τόσο πολύ στη σωματικότητα και στην ωμή βία, τέτοιες λεπτομέρειες φαίνονται περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς. Οι Special Techniques δεν λύνουν το βασικό πρόβλημα. Ελάχιστες μοιάζουν πραγματικά «special», καθώς οι περισσότερες είναι παραλλαγές πραγμάτων που ο Logan ήδη κάνει: stun, ταχύτερη αναγέννηση, άρπαγμα και πέταγμα εχθρού ή ακόμη μία επιθετική κίνηση. Η περιστροφική επίθεση που κόβει όσους βρίσκονται γύρω του είναι σαφώς πιο εντυπωσιακή, όμως συνολικά μπορούμε να περάσουμε την περιπέτεια χωρίς να αισθανθούμε ότι οι Techniques αλλάζουν πραγματικά τον τρόπο παιχνιδιού. Παρόμοια είναι η κατάσταση με τα Adaptations. Προσφέρουν ποσοστιαίες βελτιώσεις στην αναγέννηση, στη ζημιά, στην άμυνα, στα Critical Strikes ή στην ανίχνευση συλλεκτικών αντικειμένων και επιτρέπουν θεωρητικά ένα πιο επιθετικό, αμυντικό ή προσανατολισμένο στην αναγέννηση στήσιμο. Οι διαφορές όμως είναι μικρές. Στο New Game+ υπάρχουν πιο ακραίες επιλογές που αυξάνουν δραστικά τόσο τη ζημιά που προκαλούμε όσο και αυτή που δεχόμαστε, όμως αυτή είναι ουσιαστικά και η σημαντικότερη νέα προσθήκη. Δεν υπάρχουν νέες στολές ή επιπλέον παράπλευρες αποστολές που να δίνουν ισχυρό λόγο επιστροφής.

Το πιο απογοητευτικό είναι ότι η Insomniac έχει ήδη αποδείξει με το Marvel’s Spider-Man πόσο πολυεπίπεδη μπορεί να κάνει μια μάχη με υπερήρωες. Εκεί υπάρχουν gadgets, διαφορετικοί συνδυασμοί κινήσεων, εναλλακτικές προσεγγίσεις και συνεχής διαχείριση του χώρου. Εδώ, παρά τις τεράστιες οπτικές διαφορές, η στρατηγική απέναντι στους περισσότερους εχθρούς και σχεδόν όλες τις μάχες με bosses, παραμένει ίδια: parry τις κατάλληλες επιθέσεις, dodge όσες δεν μπορούν να αποκρουστούν, γέμισε το stun meter και μετά πάτησε ξανά και ξανά το ίδιο κουμπί μέχρι ο αντίπαλος να σηκωθεί. Η ποικιλία των εχθρών είναι καλή και σταδιακά εμφανίζονται μονάδες που πρέπει να αντιμετωπιστούν με μεγαλύτερη προτεραιότητα. Η απουσία πραγματικών εργαλείων crowd control δημιουργεί προβλήματα σε μεγαλύτερες ομάδες, ενώ σε μικρούς χώρους η κάμερα μπορεί περιστασιακά να δυσκολέψει την κατάσταση. Υπάρχει επίσης ένα ζήτημα με την απόκριση όταν ο παίκτης επιτίθεται ασταμάτητα: οι εντολές καταγράφονται ομαλά, όμως δεν είναι πάντα εύκολο να ακυρώσουμε μια κίνηση ώστε να κάνουμε parry μια εισερχόμενη επίθεση.

Όλα αυτά οδηγούν σε μια περίεργη αντίφαση: το Marvel’s Wolverine είναι πολύ πιο διασκεδαστικό να το βλέπεις παρά να το παίζεις. Η βία, οι εκτελέσεις, οι ακρωτηριασμοί και οι κινηματογραφικές κινήσεις είναι εξαιρετικά. Ορισμένες από τις πιο ακραίες στιγμές όμως εμφανίζονται σε κινηματογραφικές σκηνές και Quick Time Events, όπου ο Logan μπορεί να διαλύσει ακαριαία έναν αντίπαλο που μέσα στο κανονικό παιχνίδι απαιτεί πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια. Το θέαμα είναι υπέροχο. Η συμμετοχή του παίκτη σε αυτό είναι πολύ πιο απλή από όσο θα έπρεπε. Το stealth υπάρχει, αλλά ουσιαστικά δεν έχει σημασία. Δεν υπάρχουν τμήματα που να απαιτούν σοβαρή stealth προσέγγιση και μετά από μία ή δύο επιθέσεις η κατάσταση συχνά καταλήγει σε ανοιχτή μάχη. Οι αθόρυβες εκτελέσεις επαναλαμβάνονται και η τεχνητή νοημοσύνη των εχθρών ακολουθεί πολύ βασικές λογικές. Δεν μας ενόχλησε ιδιαίτερα, κυρίως επειδή ο Wolverine δεν είναι ένας χαρακτήρας που περιμένουμε να περνά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του κρυμμένος, όμως δεν υπάρχει και κάποιος ουσιαστικός λόγος να χρησιμοποιήσουμε συστηματικά το σύστημα. Το ίδιο ισχύει για τα Enhanced Senses. Οι μηχανισμοί tracking είναι θεματικά σωστοί αλλά σχεδόν αυτόματοι. Αν ο Logan ακούσει κάτι, εμφανίζεται η αντίστοιχη μπλε ένδειξη και ακούγεται ο αντίστοιχος θόρυβος από το ηχείο του DualSense. Αν μυρίσει κάτι, δημιουργείται ένα μπλε ίχνος που απλώς ακολουθούμε. Δεν υπάρχει ουσιαστική έρευνα ούτε κάποιος τρόπος να χρησιμοποιήσουμε δημιουργικά τις αισθήσεις του. Υπάρχουν επειδή ο Wolverine πρέπει να τις έχει, όχι επειδή το παιχνίδι έχει βρει έναν ενδιαφέροντα τρόπο να τις μετατρέψει σε μηχανισμό.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο χειρότερο στοιχείο του παιχνιδιού: την εξερεύνηση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το Marvel’s Wolverine είναι γραμμικό. Πολλά εξαιρετικά παιχνίδια δράσης είναι γραμμικά. Το πρόβλημα είναι ότι τα επίπεδα δείχνουν συχνά πολύ πιο ανοιχτά από όσο πραγματικά είναι. Μπορεί να βλέπουμε έναν χώρο που μοιάζει απόλυτα προσβάσιμος και ο Logan να μπλοκάρει πάνω σε ένα ασήμαντο αντικείμενο ή να αδυνατεί να σκαρφαλώσει έναν τοίχο, μόνο και μόνο επειδή ο σχεδόν πανομοιότυπος τοίχος δύο μέτρα πιο δίπλα είναι ο «σωστός». Αυτό καταστρέφει την αίσθηση ελευθερίας ενός χαρακτήρα με τέτοια φυσική δύναμη και νύχια από αδαμάντιο. Η λογική της μετακίνησης λειτουργεί μόνο εκεί όπου υπάρχει ο κύριος δρόμος ή κάποιο συλλεκτικό αντικείμενο. Κι όμως, η περιβαλλοντική ποικιλία είναι τεράστια. Τα επίπεδα είναι όμορφα, διαφορετικά και συχνά εξαιρετικά σχεδιασμένα οπτικά. Απλώς το παιχνίδι μάς επιτρέπει να αγγίξουμε πολύ μικρότερο μέρος τους από αυτό που η εικόνα υπονοεί. Ακόμη χειρότερο είναι ότι πολλά σημεία λειτουργούν ως μονόδρομοι. Περάσαμε μια πόρτα ή ανεβήκαμε σε ένα σημείο και ξαφνικά δεν υπάρχει επιστροφή. Αν λίγο πριν υπήρχε συλλεκτικό αντικείμενο που χάσαμε, η λύση είναι Mission Replay από την αρχή, αφού δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από ενδιάμεσο σημείο αποθήκευσης. Για ένα παιχνίδι που τοποθετεί συλλεκτικά αντικείμενα μέσα σε γραμμικές αποστολές, αυτή είναι ιδιαίτερα εκνευριστική επιλογή.

Και τα ίδια τα συλλεκτικά αντικείμενα δεν βοηθούν. Τα κουτιά υλικών που ο Logan βρίσκει στον “χάρτη”,δίνουν πόρους για στολές και οι στολές αυξάνουν την υγεία του Logan, χωρίς να διαθέτουν μοναδικές δυνάμεις. Τα μπουκάλια ουίσκι προσφέρουν Adaptation strands και απαιτούν να ακολουθήσουμε τις αντίστοιχες ενδείξεις. Η τοποθέτησή τους συχνά συγκρούεται ακόμη και με την αφήγηση. Όταν η ιστορία λέει ότι πρέπει άμεσα να σώσουμε κάποιον, είναι παράξενο να βλέπουμε τον Logan να κάνει παράκαμψη για ένα μπουκάλι ουίσκι, να πετά μια μικρή ατάκα και μετά να συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτα. Η μεγάλη εξαίρεση είναι τα Nightmare Trials. Εδώ το προαιρετικό περιεχόμενο αποκτά πραγματικό νόημα. Υπάρχουν δοκιμασίες platforming, μάχες επιβίωσης και διαφορετικές πολεμικές προκλήσεις, αλλά κυρίως ουσιαστικές ανταμοιβές που συνδέονται με το παρελθόν του Logan. Είναι το ένα κομμάτι του προαιρετικού περιεχομένου που θέλαμε πραγματικά να ολοκληρώσουμε, επειδή πρόσθετε κάτι τόσο στο ίδιο το παιχνίδι όσο και στον χαρακτήρα. Τεχνικά, από την άλλη, το Marvel’s Wolverine βρίσκεται ακριβώς εκεί που περιμένουμε από μια μεγάλη παραγωγή της Sony. Παίξαμε κυρίως στη λειτουργία επιδόσεων και η εμπειρία παρέμεινε εξαιρετικά σταθερή στα 60fps σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού. Δοκιμάσαμε και τη λειτουργία γραφικών, όμως για έναν τίτλο τόσο γρήγορο θεωρούμε σημαντικότερη την ομαλότητα της κίνησης από την πρόσθετη ανάλυση. Σφάλματα, κολλήματα, προβλήματα προόδου ή σοβαρές δυσλειτουργίες στις κινήσεις ήταν πρακτικά ανύπαρκτα.

Οπτικά, το παιχνίδι είναι εξαιρετικό. Τα μοντέλα των χαρακτήρων, οι εκφράσεις προσώπου, ο φωτισμός, τα περιβάλλοντα, οι κινηματογραφικές σκηνές και τα εφέ βρίσκονται στο επίπεδο που περιμένουμε από μια μεγάλη παραγωγή της Sony. Η απεικόνιση της βίας ειδικά είναι από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του τίτλου, ενώ η ποιότητα των κινήσεων βοηθά ακόμη περισσότερο στο να φαίνεται κάθε μάχη πολύ πιο σύνθετη από όσο πραγματικά είναι μηχανικά. Αντίστοιχα υψηλό επίπεδο έχει και ο ήχος. Το soundtrack λειτουργεί εξαιρετικά με την αφήγηση και ξέρει πότε πρέπει να μείνει διακριτικό και πότε να ανεβάσει την ένταση μιας στιγμής. Τα ηχητικά εφέ των claws και των χτυπημάτων είναι εξαιρετικά, ενώ το 3D Audio και το DualSense αποτελούν από τις καλύτερες εφαρμογές των χαρακτηριστικών του PS5 που έχουμε συναντήσει τελευταία. Τα adaptive triggers και κυρίως τα haptics κάνουν αισθητή τόσο τη δύναμη των επιθέσεων όσο και τη ζημιά και την αναγέννηση του Logan. Ιδιαίτερα πλούσιες είναι και οι επιλογές προσβασιμότητας, με εντυπωσιακό εύρος ρυθμίσεων για διαφορετικές ανάγκες παικτών. Το Marvel’s Wolverine λοιπόν είναι ένα περίεργο παιχνίδι. Έχει μια ιστορία που αργεί υπερβολικά να δείξει τα χαρτιά της, αλλά τελικά ανταμείβει τον παίκτη. Έχει έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστή, μια καταπληκτική ερμηνεία από τον Liam McIntyre, κορυφαία εικόνα και ήχο και μερικές από τις πιο απολαυστικά βίαιες σκηνές που έχουμε δει σε παιχνίδι με πρωταγωνιστή Super hero. Παράλληλα όμως, το βασικό σύστημα μάχης παραμένει πολύ πιο ρηχό από όσο περιμέναμε από την Insomniac, η εξερεύνηση είναι απογοητευτικά περιορισμένη και τα περισσότερα συλλεκτικά αντικείμενα μετατρέπουν την ολοκλήρωση σε αγγαρεία.
Ίσως αυτό είναι τελικά και το μεγαλύτερο παράδοξο. Η Insomniac πέτυχε σχεδόν απόλυτα το πώς πρέπει να αισθανόμαστε όταν κοιτάμε τον Wolverine, αλλά όχι εξίσου το πώς πρέπει να αισθανόμαστε όταν κρατάμε το χειριστήριο. Ο Logan στην οθόνη είναι μια ασταμάτητη, θυμωμένη μηχανή καταστροφής. Εμείς, όμως, πολύ συχνά είμαστε απλώς ο άνθρωπος που πατά ξανά και ξανά το τετράγωνο για να τον κάνει να φαίνεται έτσι.




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity