Το review είναι in-progress, καθώς δεν μπορούμε να παραδόσουμε τελικό review για παιχνίδι που δεν έχουμε τερματίσει, παρόλα αυτά έχουμε βγάλει ήδη αρκετά συμπεράσματα για να σας παραδώσουμε το πρώτο κομμάτι του κειμένου που ακολουθεί. Η ιστορία του Phantom Blade Zero μάς μεταφέρει στο Phantom World, έναν σκοτεινό κόσμο όπου οι παραδοσιακές κινεζικές πολεμικές τέχνες συνυπάρχουν με υπερφυσικά στοιχεία, αποκρυφιστικές δυνάμεις και περίπλοκες μηχανικές κατασκευές. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη αισθητική ταυτότητα, την οποία η ίδια η S-GAME ονομάζει Kungfupunk, συνδυάζοντας τις επιρροές του wuxia με στοιχεία steampunk και σκοτεινής φαντασίας. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Soul, ένας εξαιρετικά ικανός δολοφόνος που υπηρετεί την πανίσχυρη και μυστηριώδη οργάνωση The Order. Όταν κατηγορείται για τη δολοφονία του επικεφαλής της, μετατρέπεται από πιστό μέλος της σε καταζητούμενο και βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό.

Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης τραυματίζεται θανάσιμα, όμως ο Flesh Sculptor καταφέρνει να τον κρατήσει στη ζωή. Η σωτηρία του, ωστόσο, είναι προσωρινή. Η θεραπεία μπορεί να του εξασφαλίσει μόλις 66 ημέρες ζωής, μέσα στις οποίες καλείται να ανακαλύψει ποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από τη δολοφονία και τη συνωμοσία που απειλεί ολόκληρο τον κόσμο των πολεμικών τεχνών. Έτσι ξεκινά ένα ταξίδι γεμάτο συγκρούσεις μεταξύ οργανώσεων, επικίνδυνους αντιπάλους, μυστηριώδεις χαρακτήρες και γεγονότα που σταδιακά αποκαλύπτουν τις σκοτεινές πτυχές του Wulin. Η ιστορία αποτελεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η περιπέτεια του Soul, με το παιχνίδι να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη δημιουργία ενός κόσμου που συνδυάζει την παραδοσιακή μυθολογία και φιλοσοφία των κινεζικών πολεμικών τεχνών με μια περισσότερο σκοτεινή και φανταστική προσέγγιση. Στον πυρήνα του, το combat system του Phantom Blade Zero είναι εντυπωσιακά απλό ως προς τον χειρισμό του. Ο Soul διαθέτει μια βασική επίθεση, μια ισχυρότερη επίθεση που καταναλώνει Sha Chi - το οποίο είναι ο μηχανισμός Stamina του παιχνιδιού - δυνατότητα άμυνας και αποφυγής, καθώς και τον σημαντικότερο ίσως μηχανισμό ολόκληρου του παιχνιδιού: το Perfect Parry.

Πατώντας το πλήκτρο της άμυνας την κατάλληλη στιγμή, ακριβώς πριν η επίθεση του αντιπάλου έρθει σε επαφή με τον Soul, ο παίκτης εκτελεί ένα Perfect Parry. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που δεν αποτελεί απλώς μια χρήσιμη επιλογή, αλλά ουσιαστικά τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η επιτυχία στις δυσκολότερες συγκρούσεις. Ο λόγος είναι ότι η μάχη δεν περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τη μείωση της ζωής των αντιπάλων. Εξίσου σημαντική είναι η εξάντληση της μπάρας Sha Chi τους, η οποία επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τα επιτυχημένα Perfect Parries. Ταυτόχρονα, η άμυνα στις επιθέσεις των αντιπάλων κοστίζει Sha Chi, ενώ το Perfect Parry δεν κοστίζει. Αν ο Soul μείνει χωρίς Sha Chi, τότε αυτός είναι που θα δεχθεί την μεγαλύτερη ζημιά. Όταν η συγκεκριμένη μπάρα εξαντληθεί, ο αντίπαλος μένει προσωρινά ευάλωτος, επιτρέποντας στον Soul να προκαλέσει ουσιαστική ζημιά. Όλο το σύστημα μάχης βασίζεται στην διαχείριση της ισορροπίας του Sha Chi του Soul και των αντιπάλων του.

Αυτό σημαίνει ότι ο παίκτης δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην επιθετικότητα ή στις συνεχείς αποφυγές. Πρέπει να παρατηρεί, να μαθαίνει τα μοτίβα των αντιπάλων και, κυρίως, να αποκτήσει τον σωστό συγχρονισμό στην άμυνά του. Η εκμάθηση του Perfect Parry δεν είναι προαιρετική για όποιον θέλει να προχωρήσει αποτελεσματικά στο παιχνίδι. Εκεί όμως που το Phantom Blade Zero πραγματικά απογειώνεται είναι στην ποικιλία των όπλων του. Τα διαφορετικά όπλα δεν αποτελούν απλώς εναλλακτικές επιλογές με διαφορετικά στατιστικά. Καθένα διαθέτει τη δική του ταυτότητα, τις δικές του δυνατότητες και τις δικές του ειδικές επιθέσεις, αλλάζοντας ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο ο Soul προσεγγίζει μια αναμέτρηση. Ο παίκτης μπορεί να έχει ταυτόχρονα εξοπλισμένα δύο κύρια όπλα και δύο Phantom Edges. Η εναλλαγή μεταξύ των κύριων όπλων δεν εξυπηρετεί μόνο την προσαρμογή στις συνθήκες της μάχης, αλλά αποτελεί και έναν ιδιαίτερα σημαντικό μηχανισμό διαχείρισης πόρων, καθώς αναπληρώνει άμεσα την μπάρα Sha Chi του Soul. Η δυνατότητα αυτή ενθαρρύνει τη συνεχή εναλλαγή επιθετικών επιλογών, αντί της προσκόλλησης σε ένα συγκεκριμένο όπλο ή σε μια επαναλαμβανόμενη τακτική.

Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι το παιχνίδι δεν τιμωρεί τον πειραματισμό. Οι πόροι που επενδύονται στην αναβάθμιση όπλων και talents μπορούν να επιστραφούν πλήρως, επιτρέποντας στον παίκτη να αλλάζει τον εξοπλισμό και το build του χωρίς να χάνει την πρόοδό του. Πρόκειται για μια εξαιρετική σχεδιαστική επιλογή, ιδιαίτερα σε έναν τίτλο όπου οι αναμετρήσεις με τα bosses συχνά απαιτούν διαφορετική προσέγγιση. Αντί να περιορίζει τον παίκτη στις αρχικές του επιλογές, το Phantom Blade Zero τον ωθεί να δοκιμάζει νέους συνδυασμούς, να αναζητά εναλλακτικές στρατηγικές και να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις κάθε αντιπάλου. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα μάχης όπου σχεδόν κάθε μηχανισμός λειτουργεί προς την ίδια κατεύθυνση: να κρατά τον παίκτη ενεργό, να επιβραβεύει την ουσιαστική συμμετοχή του στη μάχη και να μετατρέπει κάθε αναμέτρηση σε μια διαδικασία διαρκούς εκμάθησης.

Το Phantom Blade Zero θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ως ένα boss gauntlet, με μια φιλοσοφία που θυμίζει έντονα το Black Myth: Wukong. Παρότι η εξερεύνηση και οι αναμετρήσεις με απλούς αντιπάλους αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας, τα bosses είναι εκείνα που δοκιμάζουν πραγματικά την κατανόηση των μηχανισμών από τον παίκτη. Οι συνηθισμένοι εχθροί που συναντά ο Soul κατά την εξερεύνηση δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία. Επιπλέον, η S-GAME έχει υιοθετήσει μια αρκετά ενδιαφέρουσα προσέγγιση όσον αφορά τον θάνατο και την επανεμφάνιση των αντιπάλων. Οι εχθροί που εξοντώνονται παραμένουν νεκροί, ακόμη και αν ο Soul χάσει τη ζωή του στη συνέχεια. Δεν επανεμφανίζονται μετά από κάποιο checkpoint ή έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια, εκτός αν συγκεκριμένες εξελίξεις της ιστορίας φέρουν νέους αντιπάλους στην περιοχή. Παράλληλα, ο θάνατος δεν συνοδεύεται από απώλεια πόρων. Ο παίκτης διατηρεί ακόμη και το Remnant Dust - το οποίο είναι το βασικό currency του παιχνιδιού - που απέκτησε κατά τη διάρκεια της ίδιας της αναμέτρησης στην οποία ηττήθηκε. Η ίδια φιλοσοφία επεκτείνεται και στα bosses. Οι αναμετρήσεις μπορεί να είναι δύσκολες, ακόμη και εξαιρετικά απαιτητικές, ωστόσο το παιχνίδι αποφεύγει να επιβάλλει την επανάληψη περιεχομένου που ο παίκτης έχει ήδη καταφέρει να ξεπεράσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα bosses με περισσότερες από μία φάσεις, όπου η ήττα κατά τη δεύτερη φάση επιτρέπει στον παίκτη να συνεχίσει από εκεί, χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβει την πρώτη.

Είναι μια επιλογή που ενδεχομένως να ξενίσει όσους αναζητούν την απόλυτη τιμωρητική δυσκολία, αλλά υπηρετεί ξεκάθαρα μια διαφορετική φιλοσοφία. Το Phantom Blade Zero θέλει να προσφέρει απαιτητικές μάχες, χωρίς να μετατρέπει κάθε αποτυχία σε μια χρονοβόρα διαδικασία επανάληψης. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και η “normal” δυσκολία, θα δοκιμάσει και τους πιο απαιτητικούς. Εναλλακτικά, οι πραγματικοί ελίτ αυτών των παιχνιδιών, μπορούν να προχωρήσουν στο Hellwalker, το “Hard”, ή ακόμη και στο 66 days, το οποίο είναι το Hellwalker, αλλά με death counter 66 θανάτων, που αν ο παίκτης τους φτάσει, χάνει το save του και πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου το παιχνίδι. Τα δε επίπεδα δυσκολίας, έχουν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα προσέγγιση. Αντί να περιορίζονται στην απλή αύξηση της ζωής και της ζημιάς των αντιπάλων, το παιχνίδι διαφοροποιεί και τις ίδιες τις κινήσεις τους. Έτσι, ένας παίκτης που θα ολοκληρώσει την περιπέτεια στο Pathbreaker και θα επιστρέψει στη δυσκολία Hellwalker δεν θα βρεθεί απλώς απέναντι σε ισχυρότερες εκδοχές των ίδιων bosses. Θα χρειαστεί να μάθει νέα μοτίβα επιθέσεων και να προσαρμόσει εκ νέου τη στρατηγική του. Σε συνδυασμό με την ύπαρξη πολλαπλών endings, αυτή η προσέγγιση δημιουργεί ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προοπτικές επαναληψιμότητας. Παρά τη μεγάλη έμφαση στις αναμετρήσεις με bosses, το Phantom Blade Zero δεν περιορίζει την εμπειρία του στη μάχη. Η εξερεύνηση αποτελεί έναν εξίσου σημαντικό πυλώνα του σχεδιασμού του, με τον κόσμο να χωρίζεται σε έξι ημι-ανοικτές περιοχές, καθεμία από τις οποίες προσφέρει αρκετές ευκαιρίες για ανακάλυψη.

Ο σχεδιασμός των περιβαλλόντων είναι εξαιρετικός, τόσο σε αισθητικό όσο και σε λειτουργικό επίπεδο. Οι περιοχές είναι οπτικά πανέμορφες, με την ιδιαίτερη καλλιτεχνική ταυτότητα του παιχνιδιού να δημιουργεί ένα συνεχές κίνητρο για εξερεύνηση. Ταυτόχρονα, ο άπταιστος σχεδιασμός του χάρτη διευκολύνει σημαντικά την απομνημόνευση των διαδρομών και τον προσανατολισμό, επιτρέποντας στον παίκτη να εξοικειώνεται σταδιακά με τη γεωγραφία κάθε περιοχής. Σε αυτό συμβάλλει και η πληθώρα των side quests, τα οποία, παρότι προαιρετικά, κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Η ολοκλήρωσή τους προσφέρει σημαντικές βελτιώσεις στον Soul, οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν ουσιαστικά τη συνέχεια του ταξιδιού του. Επιπλέον, τα side quests προσθέτουν σημαντικά στο lore και στην κατανόηση του κόσμου και της ιστορίας που έχει φτιάξει η S Game. Έτσι, το παιχνίδι δημιουργεί ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό κίνητρο για ενασχόληση με το προαιρετικό περιεχόμενο. Η εξερεύνηση δεν γίνεται αποκλειστικά για τη χαρά της ανακάλυψης, αλλά συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη και τις δυνατότητες του πρωταγωνιστή. Ο παίκτης ανταμείβεται για τον χρόνο που αφιερώνει στον κόσμο, χωρίς ταυτόχρονα να υποχρεώνεται να ολοκληρώσει κάθε διαθέσιμη δραστηριότητα. Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η αξιοποίηση των Phantom Edges πέρα από το σύστημα μάχης. Παρότι αποτελούν δευτερεύοντα όπλα με ξεχωριστές δυνατότητες, πολλά από αυτά λειτουργούν ταυτόχρονα ως μηχανισμοί εξερεύνησης και μετακίνησης. Συγκεκριμένες περιοχές του χάρτη απαιτούν την απόκτηση ενός συγκεκριμένου Phantom Edge προκειμένου να καταστούν προσβάσιμες. Με αυτόν τον τρόπο, η ανακάλυψη νέων εργαλείων δεν διευρύνει μόνο τις επιλογές του Soul στις μάχες, αλλά ανοίγει και νέες δυνατότητες εξερεύνησης, δίνοντας επιπλέον λόγους για επιστροφή σε περιοχές που έχουν ήδη επισκεφθεί οι παίκτες.

Το σημαντικότερο είναι ότι το Phantom Edge δεν χρειάζεται να βρίσκεται εξοπλισμένο για να αξιοποιηθεί σε αυτές τις περιπτώσεις. Αρκεί ο παίκτης να το έχει αποκτήσει, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει την αντίστοιχη δυνατότητα εξερεύνησης όταν χρειαστεί. Πρόκειται για μια μικρή αλλά ιδιαίτερα ουσιαστική σχεδιαστική επιλογή, καθώς αποτρέπει τις περιττές αλλαγές εξοπλισμού και επιτρέπει στο παιχνίδι να διατηρεί τη ροή της εξερεύνησης, χωρίς να παρεμβάλλονται συνεχώς μενού και διαδικασίες διαχείρισης του inventory. Η συνολική εικόνα είναι αυτή ενός κόσμου που έχει σχεδιαστεί ώστε η εξερεύνηση να αποτελεί φυσική συνέχεια της μάχης και της εξέλιξης του χαρακτήρα. Η αισθητική ποιότητα των περιβαλλόντων, η ευκολία απομνημόνευσης των διαδρομών και οι ουσιαστικές ανταμοιβές των side quests δημιουργούν έναν ιδιαίτερα ευχάριστο κύκλο ανακάλυψης και προόδου. Η προσπάθεια της S-GAME να περιορίσει τις περιττές δυσκολίες δεν περιορίζεται στο σύστημα μάχης και στον τρόπο διαχείρισης του θανάτου. Αντίστοιχη φιλοσοφία συναντάμε και σε άλλους μηχανισμούς, όπως στη λειτουργία των εμπόρων. Κατά τη διάρκεια της εξερεύνησης, ο Soul συναντά διαφορετικούς εμπόρους, καθένας από τους οποίους διαθέτει τα δικά του προϊόντα. Αντί όμως να απαιτεί από τον παίκτη να επιστρέφει διαρκώς στις τοποθεσίες τους, το παιχνίδι ενσωματώνει τα προϊόντα κάθε νέου εμπόρου στο κοινό κατάστημα που είναι διαθέσιμο στα Bells, τα οποία λειτουργούν ως checkpoints. Από τη στιγμή που ένας έμπορος ανακαλυφθεί, τα προϊόντα του μπορούν πλέον να αγοραστούν από οποιοδήποτε Bell, χωρίς να απαιτείται επιστροφή στην αρχική του τοποθεσία.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά πρακτική επιλογή, η οποία μειώνει αισθητά τις άσκοπες μετακινήσεις και επιτρέπει στον παίκτη να επικεντρώνεται στα στοιχεία που έχουν πραγματική σημασία: την εξερεύνηση, την ανακάλυψη και, φυσικά, τη μάχη. Αντί να συγχέει την πρόκληση με την ταλαιπωρία, το Phantom Blade Zero επιλέγει να είναι απαιτητικό εκεί όπου έχει πραγματικά νόημα. Η δυσκολία βρίσκεται στους αντιπάλους και στην εκμάθηση των μηχανισμών, όχι στην ανάγκη επανάληψης διαδρομών, στην περιττή διαχείριση των βασικών λειτουργιών του παιχνιδιού, ή στο να αναγκάζει τον παίκτη να διανύσει μεγάλη απόσταση για να φτάσει στο σημείο που πέθανε. Τα bells, είναι άπλετα και πολύ σπάνια θα χρειαστεί να γίνει “ταξίδι” για να επιστρέψετε στο σημείο του θανάτου. Η S Game έχει φροντίσει ο παίκτης να περνά την ώρα του όσο πιο παραγωγικά και προοδευτικά γίνεται. Η καμπύλη δυσκολίας του Phantom Blade Zero είναι επίσης προσεκτικά δομημένη, για να καλωσορίσει πιο εύκολα παίκτες που δεν έχουν συνηθίσει σε τέτοια δυσκολία στα παιχνίδια που επιλέγουν. Ο κόσμος του παιχνιδιού χωρίζεται σε έξι ημι-ανοικτές περιοχές, με την πρώτη να λειτουργεί ουσιαστικά ως μια εκτεταμένη εισαγωγή στους βασικούς μηχανισμούς. Τόσο η εξερεύνηση όσο και οι αναμετρήσεις με τα bosses είναι αισθητά ευκολότερες σε αυτό το αρχικό τμήμα, επιτρέποντας στον παίκτη να εξοικειωθεί με τον χειρισμό, τα διαφορετικά όπλα και, κυρίως, τη σημασία του Perfect Parry.
Η πραγματική δοκιμασία ξεκινά από τη δεύτερη περιοχή και έπειτα, όπου η δυσκολία ανεβαίνει αισθητά και το παιχνίδι αρχίζει να απαιτεί ουσιαστική εφαρμογή όσων έχει προηγουμένως διδάξει. Πρόκειται για μια μετάβαση που μπορεί να αποτελέσει την πρώτη πραγματική ψυχρολουσία για τον παίκτη, καθώς οι απαιτήσεις των αναμετρήσεων αυξάνονται σημαντικά. Παρά την εξαιρετικά θετική εικόνα που αφήνει μέχρι στιγμής, το Phantom Blade Zero δεν στερείται αδυναμιών. Η σημαντικότερη από αυτές εντοπίζεται στον αρχικό ρυθμό της αφήγησης. Το παιχνίδι εισάγει από πολύ νωρίς μεγάλο αριθμό εννοιών, οργανώσεων και όρων, χωρίς να αφιερώνει πάντοτε τον απαραίτητο χρόνο για να εξηγήσει τη σημασία τους. Ονόματα και έννοιες όπως Wulin, Transcension, Discordance, Sects και Mandate εμφανίζονται με τέτοια συχνότητα, ώστε ο παίκτης ενδέχεται να χρειαστεί να αναζητήσει εξωτερικές πληροφορίες προκειμένου να κατανοήσει πλήρως το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία. Αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα πρόβλημα με το ίδιο το σύμπαν ή τη θεματολογία του παιχνιδιού, αλλά με τον τρόπο και τον ρυθμό με τον οποίο παρουσιάζονται οι πληροφορίες, ιδιαίτερα στις πρώτες ώρες. Ένα δεύτερο αδύναμο σημείο αφορά το αγγλικό voice acting, το οποίο κινείται σε μέτρια επίπεδα, ειδικά σε σύγκριση με την εξαιρετική ποιότητα των κινεζικών ερμηνειών. Τέλος, παρά τον εντυπωσιακό σχεδιασμό των αναμετρήσεων, ορισμένα bosses υποφέρουν από υπερβολικό οπτικό φόρτο. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ο αριθμός των εφέ και των ταυτόχρονων κινήσεων στην οθόνη δυσκολεύει την ανάγνωση των επιθέσεων, καθιστώντας δυσκολότερο να αναγνωρίσει ο παίκτης πότε απαιτείται Dodge και πότε Perfect Parry, καθώς και το ακριβές χρονικό περιθώριο αντίδρασης. Πρόκειται ευτυχώς για περιορισμένες περιπτώσεις, οι οποίες δεν αρκούν για να υπονομεύσουν τη συνολική εμπειρία, αλλά γίνονται ιδιαίτερα αισθητές σε έναν τίτλο που βασίζεται τόσο έντονα στην ακρίβεια και στον συγχρονισμό του παίκτη.
Το Phantom Blade Zero έχει ήδη διαμορφώσει μια εξαιρετικά θετική πρώτη εικόνα στις ώρες που έχουμε περάσει μαζί του. Το σύστημα μάχης αποτελεί αναμφίβολα το μεγαλύτερο επίτευγμά του, ενώ η ατμόσφαιρα, η μουσική, ο ήχος και ο οπτικός τομέας συμπληρώνουν μια εμπειρία ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου. Η εξερεύνηση, ο σχεδιασμός των περιοχών, η πληθώρα των προαιρετικών αποστολών και οι έξυπνες επιλογές που διευκολύνουν τη διαχείριση του εξοπλισμού και των αγορών ενισχύουν ακόμη περισσότερο τη θετική εικόνα. Το παιχνίδι φαίνεται να γνωρίζει πότε πρέπει να προκαλεί τον παίκτη και πότε να του επιτρέπει να απολαμβάνει απρόσκοπτα την περιπέτειά του. Υπάρχουν αδυναμίες στην αρχική αφήγηση, στις αγγλικές ερμηνείες και στην οπτική καθαρότητα ορισμένων αναμετρήσεων, όμως μέχρι στιγμής δεν έχουν καταφέρει να επισκιάσουν τα σημαντικά προτερήματά του. Η αξιολόγησή μας παραμένει σε εξέλιξη και θα εμπλουτιστεί μετά από περαιτέρω ενασχόληση με τον τίτλο.
Ο Jackie Chan επιστρέφει στη δράση με το καταιγιστικό The Shadow’s Edge (trailer)



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity