Ο βασικός ήρωας της σειράς Styx αποτελεί μάλλον έναν από τους πιο αντι-τουριστικούς χαρακτήρες στη βιομηχανία των βιντεοπαιχνιδιών. Ασχημομούρης, αθυρόστομος, κακιασμένος και με μία αρνητική αύρα που θα ταίριαζε περισσότερο σε έναν villain. Παρ’ όλα αυτά, όλα αυτά τα χρόνια κουβαλά τη σειρά στις πλάτες του. Και το κάνει χάρη στους αυθεντικούς stealth μηχανισμούς της και το ιδιαίτερο setting της. Έχοντας πάρει, όμως, ένα διάλειμμα εννέα ολόκληρων ετών, τι μπορεί να προσφέρει το Styx: Blades of Greed σε μία βιομηχανία που εξελίσσεται με τόσο γρήγορους ρυθμούς;

Καταρχάς, προσφέρει σίγουρα αυτό το “διαφορετικό” μέσα από την ιδιοσυγκρασία του κεντρικού (αντι)ήρωα αλλά και το world building του. Μιλάμε για έναν κόσμο που βασίζεται σε σκοτεινό fantasy setup και στη λογική μιας κλίκας αταίριαστων χαρακτήρων. Ο Styx δεν είναι μόνος του σε αυτήν την περιπέτεια, αλλά πλαισιώνεται από νάνους, ανθρώπους, ορκ και τον αγαπημένο dark elf με τον οποίο μοιράζονται μία μόνιμη love-hate σχέση. Οι διάλογοι και το voice acting είναι εξαιρετικά, ενώ η μουσική και η ατμόσφαιρα κάθε περιοχής ταιριάζουν απόλυτα στον κόσμο που θέλησε να στήσει — και να εξελίξει — η Cyanide Studio. Οι Γάλλοι δημιούργησαν όμορφες περιοχές με τη “βρώμικη” αισθητική ενός φανταστικού μεσαίωνα και χρωματικές παλέτες που υπηρετούν ιδανικά το fantasy ύφος.

Η ιστορία είναι επίσης ενδιαφέρουσα, ακολουθώντας τον Styx σε ακόμη μία αποστολή γεμάτη ίντριγκες, προδοσίες και προσωπικά κίνητρα που μπλέκονται με μεγαλύτερες πολιτικές συγκρούσεις του κόσμου. Ο γνωστός μας goblin μπλέκεται ξανά σε παιχνίδια εξουσίας που τον ξεπερνούν, προσπαθώντας ταυτόχρονα να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα, κάτι που δίνει έναν πιο κυνικό τόνο στην αφήγηση. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται το μυστηριώδες Quartz, ένας πολύτιμος πόρος με τεράστια δύναμη που φαίνεται ικανός να αλλάξει τις ισορροπίες. Το Quartz λειτουργεί τελικά περισσότερο ως καταλύτης συγκρούσεων, δίνοντας στην αφήγηση μια πολιτική και σκοτεινή διάσταση. Παρότι το σενάριο ξεκινά δυναμικά και χτίζει σωστά το μυστήριο γύρω από τα γεγονότα, από ένα σημείο και μετά χάνει ελαφρώς τη δυναμική του, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε μία απλώς συμπαθητική ιστορία που λειτουργεί περισσότερο ως αφορμή για το gameplay.

Πριν μπούμε όμως στους μηχανισμούς του Styx: Blades of Greed και εφόσον σχολιάσαμε το οπτικοακουστικό αποτέλεσμα, πρέπει να πούμε ότι σε καθαρά τεχνικό επίπεδο τα πράγματα είναι δύσκολα. Πριν το day one patch αντιμετωπίσαμε αρκετά θέματα, όπως stuttering, απότομα drops στα fps και shimmering, αλλά το πιο ενοχλητικό ήταν τα crashes. Αντιμετωπίσαμε τουλάχιστον πέντε κρασαρίσματα στο PlayStation 5, κάτι που επηρέασε άμεσα τον ρυθμό της εμπειρίας μας εκείνες τις πρώτες ώρες. Το συγκεκριμένο θέμα εξαλείφθηκε πλήρως μετά την εγκατάσταση του πρώτου patch που κυκλοφόρησε την επίσημη ημέρα διάθεσης του παιχνιδιού. Κρατάμε, βέβαια, μία πισινή μήπως απλώς τα crashes εμφανίζονται στο πρώτο 70% της εμπειρίας, όμως οφείλουμε να πούμε ότι πολλά από τα σοβαρά προβλήματα διορθώθηκαν αισθητά μετά το patch. Δυστυχώς, παραμένουν ορισμένα ενοχλητικά θεματάκια που χαλούν το οπτικό αποτέλεσμα, όπως assets που αργούν να φορτώσουν στο background, ειδικά κατά τη διάρκεια των cutscenes. Αν το συνδυάσουμε με τα άμεσα fixes του πρόσφατου patch, είναι ξεκάθαρο ότι ο τίτλος θα ωφελούνταν από λίγο περισσότερο χρόνο για το τελικό γυάλισμα.

Γιατί η αλήθεια είναι ότι τα βιντεοπαιχνίδια είναι ένα οπτικό μέσο και είναι κρίμα να επισκιάζονται από τέτοιου είδους προβλήματα ιδιαίτερα διασκεδαστικοί μηχανισμοί. Το νέο μέρος της σειράς Styx βασίζεται στο αγνό, ορθόδοξο stealth action gameplay, με τον παίκτη να έχει πάμπολλους τρόπους να προσεγγίσει διαφορετικές καταστάσεις. Ο τίτλος σπάνια επιβάλλει έναν “σωστό” τρόπο προσέγγισης, ενθαρρύνοντας τον αυτοσχεδιασμό και αφήνοντας τον παίκτη να δημιουργήσει τις δικές του λύσεις μέσα στα επίπεδα. Θέλουμε να μπούμε σε ένα δωμάτιο γεμάτο φρουρούς; Κανένα θέμα, μπορούμε να τους συγκεντρώσουμε κάτω από έναν πολυέλαιο και να τον ρίξουμε πάνω τους. Υπάρχει κάποιος ισχυρός εχθρός που δεν πέφτει με το κλασικό κάρφωμα του μαχαιριού; Στο τραπέζι υπάρχει φαγητό που μπορούμε να δηλητηριάσουμε με το αηδιαστικό goblin υγρό του Styx και να τον εξουδετερώσουμε έμμεσα. Ακριβώς επειδή ο Styx είναι ένα πλάσμα με μαγικές ικανότητες, διαθέτει ένα πλούσιο σετ από skills που πλαισιώνει όπλα και gadgets, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακά ευέλικτο stealth ρεπερτόριο που κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο. Το παιχνίδι τιμωρεί ξεκάθαρα τη λογική του “Rambo”, αφού η μάχη σώμα με σώμα αποτελεί σχεδόν πάντα την τελευταία λύση. Όσοι γνωρίζουν τη σειρά δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν, ενώ όσοι ψάχνουν ένα stealth game που δεν μοιάζει “παλιομοδίτικο” θα βρουν εδώ αρκετές φρέσκες ιδέες.

Αυτό γίνεται εμφανές και στον σχεδιασμό των επιπέδων, και συγκεκριμένα στις τρεις βασικές περιοχές όπου ο Styx επιστρέφει ξανά και ξανά για να ολοκληρώνει αποστολές. Πρόκειται για μεγάλες, semi-open περιοχές χωρίς τα “νεκρά” σημεία που συναντάμε σε βιντεοπαιχνίδια όπως το Metal Gear Solid V, καθώς διατηρούν πιο compact σχεδιασμό. Παράλληλα, υπάρχει έντονο verticality που αλλάζει σημαντικά την αίσθηση εξερεύνησης σε σχέση με τα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, τα οποία βασίζονταν περισσότερο σε επίπεδες διαδρομές. Εδώ καλούμαστε να σκεφτούμε τρισδιάστατα, αξιοποιώντας ύψη και εναλλακτικές διαδρομές, ενώ στοιχεία metroidvania εμφανίζονται μέσω abilities όπως το grappling hook που αποκτάμε αργότερα και ανοίγει νέα μονοπάτια. Τα fast travel points είναι σωστά τοποθετημένα, τόσο σε απόσταση όσο και σε ποσότητα.

Η παγίδα στην οποία πέφτουν οι developers είναι ότι δυστυχώς στηρίζονται σε μία αρκετά παρωχημένη λογική των τυπικών fetch quests. Είναι το βασικό στοιχείο που χαλάει τη συνταγή της επιστροφής σε γνώριμες περιοχές και που μπορεί να επηρεάσει την τελική εμπειρία, ειδικά αν επενδύσει κανείς όσες ώρες επενδύσαμε κι εμείς (πάνω από 25). Εκεί εμφανίζονται στιγμές κόπωσης, σε ένα project που κατά τα άλλα προσφέρει συνεχώς ευχάριστες αφορμές για να “σκουπίζουμε” περιοχές, να βρίσκουμε collectibles, να αναβαθμίζουμε τα talent trees και να εμπλουτίζουμε το οπλοστάσιό μας με νέα blueprints. Ευτυχώς, η Cyanide απέφυγε το aggressive respawn των εχθρών, κάτι που θα ήταν καταστροφικό για τη φιλοσοφία του τίτλου. Άλλωστε μιλάμε για ένα παιχνίδι όπου η δομή των checkpoints ενισχύει τη λογική trial-and-error, ζητώντας υπομονή και προσεκτική παρατήρηση αντί για γρήγορη πρόοδο, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε συχνά σε επαναλαμβανόμενα game over.
Το όλο project δεν προσπαθεί ποτέ να κρυφτεί πίσω από AAA φιλοδοξίες, αντίθετα, αγκαλιάζει και έναν πιο “παλιομοδίτικο” σχεδιασμό σε κάποια στοιχεία και χτίζει πάνω σε αυτόν. Το Styx: Blades of Greed δείχνει ξεκάθαρα ότι πρόκειται για μία AA κυκλοφορία, κυρίως στις λεπτομέρειες. Το AI των αντιπάλων είναι σε σημεία περιορισμένο, ενώ τα τεχνικά προβλήματα δεν το αφήνουν πάντα να αναδείξει πλήρως τις αρετές του. Πίσω από αυτά, όμως, κρύβεται ένα stealth concept που έλειπε από τη σύγχρονη σκηνή, σε μια εποχή όπου πολλά παιχνίδια ενσωματώνουν το stealth επιφανειακά και τυπικά. Ο Styx παραμένει ένας από τους πιο συμπαθητικά αντιπαθητικούς ήρωες του gaming, κινούμενος διαρκώς μέσα από τις σκιές και θυμίζοντάς μας πόσο απολαυστικό μπορεί να είναι ένας τίτλος που ξέρει ακριβώς τι θέλει να κάνει. Δεν είναι το stealth παιχνίδι που θα επαναπροσδιορίσει το είδος, είναι όμως ένα που θυμίζει γιατί το αγαπήσαμε. Παρά τις ατέλειές του, το Blades of Greed προσφέρει μια σταθερά διασκεδαστική stealth εμπειρία με προσωπικότητα, έξυπνο level design και αρκετές δημιουργικές στιγμές ώστε να αξίζει τον χρόνο των φίλων του είδους. Μπορεί σαν project να μην κατακτά την κορυφή, αλλά σίγουρα κερδίζει τη συμπάθειά μας και αφήνει θετικό πρόσημο στο τέλος της διαδρομής.




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity