Ως δεύτερο μέρος ενός διχοτομημένου, για τις ανάγκες της μεγάλης οθόνης, βιβλίου, το τελευταίο Harry Potter αφήνει πίσω του τις μοναχικές αναζητήσεις και την μελαγχολική ατμοσφαιρικότητα του Part 1 και βυθίζεται σε έναν κυκεώνα ασταμάτητης δράσης και έντονων συναισθηματικών εναλλαγών. Η ταινία ξεκινάει όπως τελείωσε η προηγούμενη: με τον Voldemort να κραδαίνει επιβλητικά το πανίσχυρο Elder Wand και να δείχνει πλέον ικανός να σκίσει τον ουρανό στον αριθμό κομματιών που επιθυμεί. Το έργο του Harry Potter μετατρέπεται από «εξωπραγματικά δύσκολο», σε «προφανή απόπειρα αυτοκτονίας», όμως παραμένει μία αμυδρή ελπίδα, που μπορεί να ενεργοποιηθεί με τον εντοπισμό και την καταστροφή των Horcruxes, αντικειμένων τροποποιημένων με τις σκοτεινότερες μορφές μαύρης μαγείας, που διαφυλάσσουν κομμάτια της κατακερματισμένης ψυχής του Voldemort.
Δεν πρόκειται όμως για απλό fetch quest. Ενώ ο Harry, η Hermione και ο Ron ψάχνουν για τα καταραμένα αντικείμενα, ο Voldemort οργανώνει τον στρατό του για να διαλύσει το Hogwarts στα εξ ων συνετέθει. Οι υπερασπιστές του απειλούμενου κάστρου, με τη σειρά τους, ενεργοποιούν πανάρχαια αμυντικά συστήματα -δημιουργημένα για στιγμές όπως αυτή- και είναι αποφασισμένοι να αντισταθούν μέχρι τέλους, αναπαράγοντας στην πορεία σκηνές που δεν θα έμοιαζαν εκτός κλίματος στην τριλογία Lord of the Rings. Παράλληλα, με τη μορφή flashback, αποκαλύπτονται αλήθειες που αλλάζουν τα δεδομένα και προκαλούν έκπληξη και δέος σε όσους δεν έχουν υπόψη τους τα τεκταινόμενα από το βιβλίο. Όλα όμως οδηγούν στην αναμέτρηση του Voldemort και του Potter, δύο αντρών που μοιράζονται κάτι περισσότερο από αμοιβαίο μίσος.
Αν και, ως ταινίες, τα Harry Potter ποτέ δεν έπεσαν σε επίπεδα κάτω του μετρίου, σπάνια προσέγγισαν δυσθεώρητα ύψη συνολικής ποιότητας, για μια σειρά από λόγους, επικρατέστεροι των οποίων ήταν το διεκπεραιωτικό μοντάζ, που προσπαθούσε να συρράψει πρόχειρα όσο μεγαλύτερο αριθμό σκηνών μπορούσε, ο λανθασμένος χειρισμός κάποιων σκηνών από το βιβλίο και οι άνισες ερμηνείες. Το Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 2 εξαλείφει σε μεγάλο βαθμό τα παραπάνω, υποβοηθούμενο από την συσσωρευμένη εμπειρία των συντελεστών του, μπροστά και πίσω από τις κάμερες, από τον χώρο που παρείχε η διχοτόμηση της λογοτεχνικής έκδοσης στο σενάριο για να «αναπνεύσει» και από την ποιότητα του περιεχομένου του τελευταίου βιβλίου της Rowling.
Πράγματι, ο μέσος όρος ποιότητας ερμηνειών του δεύτερου Deathly Hallows είναι ιδιαίτερα υψηλός, χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις. Οι πρωταγωνιστές, στην χειρότερη περίπτωση, πείθουν ότι βιώνουν πλήρως την κρισιμότητα των καταστάσεων, ενώ τα πολυάριθμα cameos από καταξιωμένους Βρετανούς ηθοποιούς απειλούν κάποιες φορές να κλέψουν την παράσταση -κάτι που τελικά κάνει ο Alan Rickman, ο οποίος «ξεπαγώνει» το επί δεκαετίας κυνικά άκαμπτο πρόσωπό του, πρωταγωνιστώντας, ως Snape πάντα, σε μία πραγματικά αξιομνημόνευτη σκηνή, που καλό θα ήταν να μην αναλυθεί σε όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο.
Σε ό,τι αφορά την πιστότητα της μεταφοράς, το ποσοστό της είναι πραγματικά μεγάλο και οι προσαρμογές που έχουν γίνει στο κινηματογραφικό format λειτουργούν, στην πλειοψηφία τους, προς όφελος της ταινίας. Δεν λείπουν όμως και εδώ κάποια παραδείγματα απλουστευμένων και βιαστικών σκηνών, ελλιπών αναφορών σε σημαντικά γεγονότα του βιβλίου και άστοχων ή και περιττών τροποποιήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιτυχημένων και ταυτόχρονα αποτυχημένων προσαρμογών είναι η τελική μάχη, η οποία είναι πιο «κινηματογραφική» σε σχέση με την αρχική εκδοχή της Rowling, περιλαμβάνοντας πολύ περισσότερη δράση και λιγότερη λεκτική αντιπαράθεση, όμως με τον τρόπο που αποτυπώνει την κατάληξη και τον αντίκτυπό της, δεν μεταδίδει το ίδιο έντονα την αίσθηση της κορύφωσης.
Όπως αναμενόταν από ένα franchise που έχει ωριμάσει καλλιτεχνικά, η σκηνοθεσία κινείται στο ύψος των περιστάσεων. Ο David Yates αποτυπώνει την αίσθηση της πολιορκίας και τις συνεχόμενες υπερφυσικές μάχες με δυναμισμό και σωστή αίσθηση της κλίμακας, δίνοντας παράλληλα την πρέπουσα συναισθηματική βαρύτητα στις αφηγηματικές σκηνές με πρωταγωνιστή τον Potter. Το τελικό οπτικό αποτέλεσμα αναδεικνύεται από την χρήση των εντυπωσιακότερων ως τώρα εφέ στην επταλογία, τόσο από τεχνικής, όσο και από καλλιτεχνικής άποψης, ενώ η διακριτική χρήση του 3D και το ταιριαστά επικό soundtrack συμπληρώνουν την συνολική θετική εικόνα.
Το «Harry Potter» ξεκίνησε ως η προσαρμογή ενός επιτυχημένου βιβλίου για παιδιά και κατέληξε να αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα, εμπορικά, franchises στην ιστορία του κινηματογράφου, χωρίς περιορισμούς στο κοινό του. Το Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 2 ολοκληρώνει με επιτυχία το δεκαετές αυτό ταξίδι στον κόσμο της μαγείας, όπως αυτός σχηματίστηκε στο μυαλό της J.K. Rowling και ωρίμασε μαζί με τους αναγνώστες και θεατές του. All is well…



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity