
Μετά από διαμάντια όπως η Sly και η ICO & Shadow of the Colossus Collection λοιπόν, σειρά έχουν οι Jak & Daxter (ενώ μέσα στους επόμενους μήνες θα τους διαδεχθούν οι εξίσου αγαπητοί Ratchet & Clank), σε μία συλλογή που απλούστατα αποτελεί αμάρτημα το να λείπει από τη βιβλιοθήκη κάθε κατόχου PlayStation 3. Υποθέτοντας ότι υπάρχει ακόμα κι ένας αδαής αναγνώστης εκεί έξω που δε γνωρίζει την κληρονομιά της Naughty Dog, να σημειωθεί πως η τελευταία είναι η δημιουργός του Crash Bandicoot, του franchise που όχι μόνο κατάφερε να μεγαλώσει μία ολόκληρη γενιά - παρέα με τον Spyro, βεβαίως βεβαίως-, αλλά και να καθιερωθεί ως η δεύτερη πιο εμπορικά πετυχημένη τριλογία στην ιστορία του PSone (πρώτη είναι η Tomb Raider), με τους τρεις τίτλους να εντοπίζονται στο Top 15 παγκοσμίων πωλήσεων της πρώτης κονσόλας της Sony. Μετά το spin-off Crash Team Racing και την εξαγορά της από την Sony (σε μία συνεργασία που ανθίζει ακόμα και σήμερα), η Naughty Dog επιθυμούσε να δημιουργήσει κάτι φρέσκο, κάτι που θα αξιοποιούσε τη τότε ακαταλόγιστη δύναμη του νέους μηχανήματος της Sony. Ως συνέπεια, ο Jak και ο Daxter γεννήθηκαν.

Το Precursor Legacy κυκλοφορεί το Δεκέμβριο του 2001, προσφέροντας χαρακτηριστικά που μέχρι τότε θεωρούνταν τεχνολογικά αδύνατα. Μία μηχανή φυσικής που άλλα platformers θα σκότωναν για να έχουν, ολοκληρωτική απουσία loadings παρά την semi-sandbox δομή του κόσμου, γραφικά και animations που έκαναν τους παίκτες να τρίβουν τα μάτια τους, και το κυριότερο, ένα δυνατό (και συνάμα ξεκαρδιστικό) σενάριο και cast χαρακτήρων, ικανών να γεννήσουν ένα από τα πιο αγαπητά σύμπαντα στο PlayStation 2. Ποιος θα το πίστευε λοιπόν ότι όταν μετά από κυριολεκτικά 10 χρόνια, ξεκινήσαμε να παίζουμε ξανά το Jak and Daxter: The Precursor Legacy, βομβαρδιστήκαμε από όλα εκείνα τα συναισθήματα που μία δεκαετία πριν μας έκαναν να μείνουμε με το στόμα ανοικτό, να γελάσουμε, κι εν τέλει να αγαπήσουμε το ιδιαίτερο αυτό ντουέτο. Η δουλειά που έχει γίνει στον πρώτο τίτλο της τριλογίας είναι κάτι παραπάνω από φανταστική, μιας και τα πάντα εξακολουθούν να δείχνουν και να νιώθουν φρέσκα τόσα χρόνια μετά. Κάπου εδώ να δώσουμε ένα μεγάλο μπράβο αξίζει στην Mass Media, ομάδα ανάπτυξης που κάτω από την επίβλεψη της Naughty Dog, ανέλαβε το HD remastering των τίτλων. Ένα ακόμα μεγαλύτερο μπράβο αξίζει όμως στην ίδια την Naughty Dog, αφού οι βάσεις που έβαλε πίσω στις αρχές του Millenium, κρατούν ακόμα καλά.

Η πρώτη περιπέτεια των Jak & Daxter έχει γεράσει απίστευτα ομαλά, σε σημείο που σου είναι δύσκολο να πιστέψεις πως πρόκειται για τίτλο του 2001. Κάτι που ακούγεται οξύμωρο, μιας και ο τίτλος είχε δεχθεί τεράστια δάνεια από διαμάντια της δεκαετίας του '90, όπως τα Banjo-Kazooie, τα Crash Bandicoot και τα Spyro. Κι όμως, η ομάδα ανάπτυξης κατάφερε να παντρέψει τα κλασσικά αυτά χαρακτηριστικά με τα τεχνάσματα της (τότε) νέας γενιάς, με τρόπο αψεγάδιαστο. Οι δυναμικές υφές δίνουν και παίρνουν, οι τεράστιες περιοχές ξεδιπλώνονται μπροστά μας δίχως ίχνος loading, ενώ το draw distance ντροπιάζει τίτλους ακόμα και του σήμερα. Όλα αυτά τη στιγμή που οι μηχανισμοί του gameplay μένουν πιστοί στις ρίζες τους. Δε θα αποτελούσε υπερβολή πως στο πρώτο Jak & Daxter, ο παίκτης βιώνει το platforming στα καλύτερα του. Ταυτόχρονα όμως και το τέλος μιας εποχής, αφού η ομάδα ανάπτυξης από την Santa Monica είχε άλλα σχέδια για την επόμενη περιπέτεια των δύο ηρώων...
Ακριβώς δύο χρόνια αργότερα, το Jak II: Renegade κατέφθασε στα ράφια. Ένας τίτλος που ομολογούμε μας γέννησε αρκετό προβληματισμό κατά την αποκάλυψη του, τόσο λόγω της απουσίας του Daxter από το τίτλο, όσο και του εντελώς διαφοροποιημένου στυλ παιχνιδιού που όλα έδειχναν πως θα έχει. Ανησυχίες που εξατμίστηκαν όταν ο τίτλος κυκλοφόρησε, μιας και το ρίσκο που είχε πάρει η Naughty Dog είχε αποδώσει τα μέγιστα. Η αλλαγή φιλοσοφίας ήταν πλέον ξεκάθαρη, μιας και το sequel αυτό είχε υιοθετήσει ένα πολύ σκοτεινότερο, φουτουριστικό ύφος (για όσους δε γνωρίζουν, οι ήρωες άνοιξαν κατά λάθος ένα Rift στο χρόνο, ταξιδεύοντας βαθιά στο μέλλον). Επίσης ξεκάθαρες είναι και οι αλλαγές στο gameplay, αφού το Jak II αγκαλιάζει πλήρως την sandbox λογική με οχήματα, σε σημείο που πολλοί το σύγκριναν με τα Grand Theft Auto. Συγκρίσεις υπήρξαν και με το αδελφικό franchise της Insomniac, Ratchet & Clank, μιας και το στοιχείο του gunplay αποτελούσε πλέον κύριο συστατικό της όλης εμπειρίας.

Αποτέλεσμα είναι το βαθύτερο gameplay, πυροδοτούμενο από έναν ισχυρότερο, μεταλλαγμένο από τη συνεχή επαφή του με το Dark Echo, Jak, που ζητά εκδίκηση για τα δύο χρόνια συνεχών μαρτυρίων που πέρασε κάτω από τα χέρια του βαρόνου Praxis. Κάπου εκεί πλέκονται στην ιστορία και οι Metalheads, που απειλούν τη δυστοπική μετρόπολη της Haven City, καθώς και μία σειρά νέων και παλιών χαρακτήρων, σε ένα σενάριο με πραγματικό βάθος, που ξετυλίγεται έξυπνα, οδηγώντας σε μία επικίνδυνη κορύφωση των γεγονότων. Παίζοντας τους δύο τίτλους διαδοχικά, οι σαφείς σχεδιαστικές διαφορές τους έγιναν ακόμα πιο ξεκάθαρες. Από τη μία έχουμε την επιτομή του old-school platforming (και μαζί του δύσκολα platforming τμήματα), και από την άλλη ένα υβρίδιο πολλαπλών genres, που με κάποιο παράδοξο τρόπο καταφέρνει να δημιουργήσει ένα υπο-είδος από μόνο του. Επίσης ξεκάθαρη ήταν και η μεγάλη βελτίωση στο τεχνολογικό τομέα. Τα extra χρόνια που είχαν στη διάθεση τους οι developers, μαζί με την καλύτερη κατανόηση της Kinetica engine (πληροφοριακά, η ίδια μηχανή τροφοδοτεί όλα τα God of War, ακόμα κι αυτό του PS3), οδήγησαν σε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς τίτλους που μέχρι τότε είχαμε δει στο PlayStation 2.

Η σχεδόν γκρίζα χρωματική παλέτα δε βοηθούσε ιδιαίτερα στο να προβάλλει την ποιότητα των πολυγώνων, αλλά τα μοντέλα των χαρακτήρων και οι περιοχές έξω από την πόλη ήταν υπεραρκετά για να προβάλλουν τη δουλειά που είχε γίνει σε επίπεδο λεπτομέρειες. Ειδικά τα animations των χαρακτήρων, ήταν αποστομωτικά. Κάτι που γίνεται ακόμα πιο εμφανές μέσω της High Definition παρουσίασης. Η ποιότητα λεπτομέρειας της γούνας του Daxter για παράδειγμα, θα σας εντυπωσιάσει ακόμα και σήμερα. Αξίζει να αναφερθεί εδώ πως αποτελεί και τον χαρακτήρα που κλέβει την παράσταση, χάρη στους ξεκαρδιστικούς διαλόγους, το ιδιαίτερο humor του και τις spot-on ατάκες του Max Casella. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας παίζει και η σκοτεινή εκδοχή του Jak, κοινώς ο Dark Jak, ειδικά προς το τέλος. Και κάπου εδώ εντασσόμαστε στο τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας, με το Jak 3. Κυκλοφορώντας μονάχα ένα χρόνο μετά τον προκάτοχο του, η τρίτη περιπέτεια των Jak & Daxter αποτέλεσε εξαίσιο παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει ένα ταλαντούχο studio όπως η Naughty Dog, σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα. Το Jak 3 πήρε ό,τι έκανε το Jak II γνωστό και αγαπητό, και το εκτόξευσε σε νέα επίπεδα διασκέδασης και ποιότητας. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν το ότι είναι και ο πιο εμφανίσιμος από τους τρεις τίτλους, όντας και ο πιο πρόσφατος εξάλλου.

Όταν λέμε εμφανίσιμος όμως, δε το εννοούμε μονάχα σε επίπεδα PlayStation 2. Θα ακουστεί υπερβολή, αλλά χάρη στο ποιοτικότατο 720p upscaling, τα σταθερά 60 frames ανά δευτερόλεπτο, την απίστευτη ποιότητα των cutscenes, αλλά και γενικά του τίτλου εξ αρχής, το Jak 3 χτυπάει στα ίσια πολλούς τίτλους της τρέχουσας γενιάς. Λίγα έχει λόγου χάρη να ζηλέψει από το Kameo: Elements of Power, ένας από τους πρώτους τίτλους του Xbox 360. Μακάρι ο ενθουσιασμός μας καθώς (ξανα)ανακαλύπταμε τα δυνατά σημεία του Jak 3 να τελείωνε εκεί. Το gameplay εδώ έχει εμπλουτιστεί ακόμα περισσότερο, παρά τους περιορισμούς του περιβάλλοντος - τα γεγονότα λαμβάνουν κυρίως μέρος έξω από την Haven City, στην ερημική Wasteland. Νέα όπλα, γεμάτο πρόκληση platforming, περισσότερες δυνατότητες για τον Dark Jak, μάχες σε arenas (ακόμα ένα δάνειο από τα R&C), αγώνες με dune buggies (στοιχείο με το οποίο καταπιάστηκε αποκλειστικά το μεταγενέστερο Jak X: Combat Racing), καθώς και τεράστια set pieces, με το τελευταίο να λειτουργεί ως προάγγελος της μελλοντικής δουλειάς της Naughty Dog (βλ. Uncharted).

Η αλήθεια είναι πως το Jak 3 μοιάζει σε αρκετούς τομείς με τις περιπέτειες του Drake. Το gameplay είναι μεν διαφορετικό, αλλά από τότε είχε γίνει ξεκάθαρη η θέληση της Naughty Dog να ακολουθήσει περισσότερο κινηματογραφικά μονοπάτια, παντρεύοντας δράση και αφήγηση, με απώτερο στόχο την αδυναμία διαχωρισμού των δύο. Γενικά έχουμε να κάνουμε με ένα τίτλο που αν κυκλοφορούσε ακόμα και σήμερα, θα σάρωνε βραβεία αριστερά και δεξιά. Κι αυτό από μόνο του λέει πολλά τόσο για το πόσο μπροστά βρισκόταν η Naughty Dog εν έτει 2004, όσο και για την ποιότητα της HD Collection.
Με budget τιμή που δεν ξεπερνά τα 40€ ακόμα και στην Ελλάδα (κάτι περισσότερο από 13€ ανά τίτλο), ισχύει ότι ειπώθηκε και στην αρχή του κείμενου. Κάθε κάτοχος PlayStation 3 που σέβεται τον εαυτό του, πρέπει να αγοράσει το Jak & Daxter Trilogy. Αποτελεί την απόλυτη ευκαιρία να βιώσετε ένα συνονθύλευμα εμπειριών, από το αποκορύφωμα του platforming στο Precursor Legacy, στο σκοτεινό setting της Haven City του Jak II, και το “Mad Max” σκηνικό του επικού Jak 3. Κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και χαθείτε στον πανέμορφο -στερεοσκοπικά 3D, για όσους έχουν τον κατάλληλο εξοπλισμό- κόσμο του. Δεν θα το μετανιώσετε.



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity