Η αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στους εφήβους και την Αρχή ξεσπά όταν ένα περιστατικό κακοποίησης έρχεται στο φως. Οι ταινίες σχετικές με ιδρύματα ανηλίκων και τις συνθήκες σε αυτά είναι και δύσκολες και τετριμμένες, με πιο γνωστή ανάμεσα στους νεότερους το Sleepers. Εδώ ο τόπος είναι ο αφιλόξενος και καταθλιπτικός νορβηγικός χειμώνας, που προσφέρει το ιδανικό σκηνικό για ένα τέτοιο δράμα. Γκρίζοι, μουντοί τόνοι κυριαρχούν παντού σκιαγραφώντας πολύ γλαφυρά την ψυχοσύνθεση των ηρώων, τις συνθήκες που τη διαμορφώνουν και πάνω απ’ όλα τα γεγονότα -κάποιες φορές όλοι μοιάζουν εξίσου εγκλωβισμένοι και έρμαια της φύσης. Η φωτογραφία προσθέτει τα μέγιστα σε αυτό, με κάδρα και λήψεις καθαρά ρεαλιστικά, και βοηθείται και από το φυσικό φωτισμό, στο γνωστό υπόλευκο του χειμώνα. Στο ίδιο υψηλό επίπεδο κινείται και η μινιμαλιστική, μελαγχολική μουσική του Johan Söderqvist. Όσοι αγαπούν το post rock θα βρεθούν σε πολύ γνώριμα μονοπάτια.
Βασισμένο σε πραγματικά στοιχεία και περιστατικά, το King of Devil’s Island δεν καταφεύγει ούτε σε κήρυγμα περί ηθικής ούτε σε ευκολίες, αγιοποιώντας τη μια πλευρά και δαιμονοποιώντας την άλλη, αν και οι ρόλοι είναι διακριτοί. Η εξέγερση δε γίνεται τόσο απέναντι στην αυστηρότητα ή τις σκληρές συνθήκες εν ονόματι της αξιοπρέπειας (που όπως ειπώθηκε είναι αντιπαιδαγωγικές και μερικές φορές βάναυσες μα όχι τυφλά απάνθρωπές), μα κυρίως απέναντι σε μια εξουσία που έχει χάσει τη νομιμοποίησή της απέναντι και στους τροφίμους και στον ίδιο της τον εαυτό. Σε αυτό το σημείο η οπτική της ταινίας είναι εύστοχη αλλά είναι και το μόνο νέο στοιχείο που εισάγει γύρω από το θέμα της. Είναι αρκετό όμως να δώσει ένα δημιούργημα με ουσιαστικό λόγο ύπαρξης και ενδιαφέρον. Η εξέλιξη επίσης δεν είναι πάντα προβλέψιμη, κυρίως λόγω του ψυχολογικού βάθους των χαρακτήρων που λειτουργούν παρορμητικά και απρόσμενα.
Η σκηνοθεσία του Marius Holst είναι αρκετά καλή με μερικές αναλαμπές. Καταφέρνει να δώσει μερικά αξιομνημόνευτα πλάνα, ειδικά προς το τέλος, ενώ διαχειρίζεται καλύτερα τους εξωτερικούς χώρους από τους εσωτερικούς. Είναι τυχερός που συνεργάστηκε με τόσο καλούς ηθοποιούς που γεμίζουν το πλάνο από μόνοι τους, γιατί αλλιώς το αποτέλεσμα θα ήταν εντελώς ακαδημαϊκό. Υπάρχει όμως ένα μειονέκτημα συχνό στον ανεξάρτητο ευρωπαϊκό κινηματογράφο: ο ρυθμός. Η ταινία ξεκινά υπερβολικά αργά και καθυστερεί σημαντικά να πάρει μπρος. Όταν το δράμα αρχίσει να ξετυλίγεται η ταχύτητα αυξάνει, αλλά το πρώτο ημίωρο είναι πολύ άτονο.
Μετά από αυτό το σημείο η προσοχή του θεατή ερεθίζεται περισσότερο, καθώς η πλοκή παίρνει ασυνήθιστη τροπή, και καταλήγει στο δυνατό φινάλε. Οι ρυθμοί βελτιώνονται, η ταινία δένει περισσότερο και το τελικό αποτέλεσμα είναι πολύ διαφορετικό από την αρχική εικόνα που σχηματίζει ο θεατής (και ο γράφων). Το κυρίαρχο ατού του King of Devil’s Island είναι χωρίς καμία αμφιβολία οι ερμηνείες του. Ο Stellan Skarsgård είναι ιδανικός στο ρόλο του, με μια εσωτερική ένταση που προβάλλει με τέχνη και καταφέρνει να αποδώσει ένα χαρακτήρα που στην πορεία όλο και μικραίνει. Την παράσταση κλέβουν όμως ο Benjamin Helstad και ο Trond Nilssen, με το δεύτερο να διαχειρίζεται το ρόλο του με μια ωριμότητα και βαθύτητα σπανιότατη σε τόσο νέο ηθοποιό (γεννηθείς το 1990 παρακαλώ). Πρόκειται για πολύ ταλαντούχα παιδιά που παίζουν σαν ολοκληρωμένοι, φτασμένοι ηθοποιοί υψηλού επιπέδου. Οι υπόλοιποι πλαισιώνουν τους κεντρικούς ρόλους επαρκέστατα ενώ και το casting είναι κατάλληλο.
Με λίγα λόγια, δεν πρόκειται για αριστούργημα αλλά για μια πραγματικά καλή ταινία. Από καθαρά σινεφίλ άποψη, η ηθοποιία και η εικαστική άποψη είναι πολύ καλοί λόγοι για να δει κάποιος το King of Devil’s Island. Όσοι δε δίνουν τόσο βάρος εκεί θα συναντήσουν αδρούς χαρακτήρες και μια ιστορία «βασισμένη σε πραγματικά στοιχεία» που πάντα τραβά την προσοχή. Και καμιά από τις δύο κατηγορίες δε θα μείνει ανικανοποίητη.
Tsamba_Gamer: Kingdom Come: Deliverance II, Deponia και άλλα δωρεάν games




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity