Αγαπητέ χρήστη, παρατηρήσαμε οτι έχεις ενεργοποιημένο Ad Blocker.
Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity
** ";

Το κριτήριο σας πρέπει να ειναι τουλάχιστον 3 χαρακτήρες

Richard Jewell Review

  • ΗΛΙΚΙΕΣ

    18+

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

    Clint Eastwood

  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ

    Paul Walter Hauser, Sam Rockwell, Brandon Stanley

  • ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
*
Η κριτική μας για την κινηματογραφική ταινία Richard Jewell του Clint Eastwood με τους Paul Walter Hauser, Sam Rockwell και Brandon Stanley

Summer Olympics της Ατλάντα, 1996. Σεκιουριτάς που έσωσε εκατοντάδες ανθρώπους από βομβιστική επίθεση, βρίσκει στα καλά καθούμενα μεγάλο μπελά από το FBI, το οποίο τον θεωρεί βασικό ύποπτο στις έρευνές του. Τα media διαρρέουν την «είδηση» και η ζωή του Ρίτσαρντ Τζούελ καταστρέφεται.

Κάθε φορά που βλέπω καινούργια ταινία του Κλιντ Ίστγουντ, το πρώτο πράγμα που περνάει από το μυαλό μου είναι αυτό: «Πόσων ετών είπαμε ότι είναι ο άνθρωπος αυτός;»! Γεννημένος το 1930, ο Ίστγουντ εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα πίσω από την κάμερα, παραδίδοντας έργα κοινωνικού προβληματισμού που αφορούν το πλατύ κοινό, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να μην παρουσιάζει ένα θέαμα… γεροντίστικο. Δεν υπάρχει προηγούμενο παρόμοιας φιλμογραφίας στα χρονικά της κινηματογραφικής τέχνης, πιστεύω.



Η «Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ» βασίζεται στην αληθινή ιστορία ενός φύλακα εταιρείας security που το 1996 εντόπισε ένα σακίδιο με εκρηκτικό μηχανισμό παρατημένο δίπλα σε πλήθος κόσμου που παρακολουθούσε μία συναυλία στο πλαίσιο των Summer Olympics της Ατλάντα. Χάρη στην επέμβασή του, αν και ο μηχανισμός εξερράγη, τουλάχιστον οι ανθρώπινες απώλειες και οι τραυματίες ήταν ελάχιστοι σε σχέση με αυτό που ευελπιστούσε να πετύχει ο τρομοκράτης. Ο Ρίτσαρντ Τζούελ έγινε ήρωας, όμως τα πάντα αντιστράφηκαν όταν το FBI, σε μία απεγνωσμένη κίνηση συγκάλυψης της δικής του αδυναμίας να προστατεύσει τους πολίτες, στοχοποίησε τον σεκιουριτά ως «ύποπτο» και ενορχήστρωσε μία ανελέητη επίθεση εναντίον του, σε συνεργασία με τα ΜΜΕ.



Με βάση ένα σχετικό άρθρο του περιοδικού Vanity Fair, ο Ίστγουντ πιάνει στα χέρια του ένα στιβαρό σενάριο (το υπογράφει ο Μπίλι Ρέι) που προσφέρει αρκετές διαφορετικές σκοπιές προσέγγισης του θέματος και μας δίνει μία σπουδαία, φαινομενικά «απλοϊκή» ταινία η οποία θέτει σοβαρά πολιτικά και κοινωνικά ερωτήματα. Ειδικά στο πρώτο κομμάτι, ο Ίστγουντ δεν ενδιαφέρεται να επιρρίψει ευθύνες για το όλο συμβάν σε μία συγκεκριμένη Κυβέρνηση, δεν κάνει μία «πολιτικάντικη» ταινία με «αποχρώσεις» που θα έθιγαν Δημοκρατικούς ή Ρεπουμπλικάνους. Τα… χώνει στο αλαζονικό σύστημα, στην κρατική μηχανή, στον τρόπο λειτουργίας υπηρεσιών που θα έπρεπε να δουλεύουν ρολόι και να προστατεύουν τον απλό πολίτη. Αντιλαμβάνεται ποιο είναι το άδικο αυτής της ζωής και σου λέει εντελώς ωμά και ρεαλιστικά πως αν κριθείς ένοχος από τα γρανάζια της εξουσίας ακόμη και… κατά λάθος, έχεις ελάχιστες πιθανότητες να βρεις το δίκιο σου! Ακόμη χειρότερα, εάν δίπλα σε αυτό το σύστημα συνυπάρχει και ο κόσμος των media, ο οποίος θα σε κατασπαράξει για να πουλήσει την είδηση, τότε είσαι… «προμελετημένα» καταδικασμένος! Και εδώ δεν είναι φανταστικό σινεμά (τύπου «Brazil»), εδώ βλέπεις την πραγματική ζωή.



Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, ο θεατής έχει για «όχημα» τον ομώνυμο ήρωα, ο οποίος δεν αποτελεί και το υπόδειγμα ταύτισης. «Βλάχαρος», πατριώτης Αμερικανός, ντιπ χαζός, με μοναδικό στόχο και όνειρο να γίνει κάποτε ένας κανονικός αστυνομικός, ο ευτραφής και όχι ιδιαίτερα προσφιλής στον κοινωνικό του περίγυρο Τζούελ, στα 34 του, μετατρέπεται σε καμάρι ολόκληρης της Αμερικής και της μάνας του (με την οποία συγκατοικεί), η οποία τον θαυμάζει από την οθόνη της τηλεόρασης λες κι έχει εκπληρωθεί ένα κάποιο θαύμα. Ο τρόπος που ο Τζούελ αντιμετωπίζει το «πάθημά» του, όμως, ενίοτε σε κάνει… έξαλλο από θυμό! Μ’ εκείνον! Με την αφέλειά του, με μία αντίληψη ότι δεν αξίζει της προσοχής σου. Ο Τζούελ δεν γίνεται να είναι ο «δικός σου» ήρωας, σε φέρνει σε δύσκολη θέση, μπορεί να σε «προσβάλει» υποστηρίζοντάς τον από την πλευρά του θεατή. Εκείνο που υπερτερεί στην τελική, όμως, είναι όλη αυτή η βασανιστική διαδικασία, το ξεγύμνωμα του ιδιωτικού του βίου, το εθνικό ρεζίλεμα και ο άμεσος κίνδυνος ενοχοποίησής του (ακόμη και χωρίς πραγματικά στοιχεία που το αποδεικνύουν!). Για ένα ανθρωπάκι (με την καλή έννοια, κατά βάθος). Ελαφρώς αργόστροφο, μα με μία ευγένεια μέσα του και το νοιάξιμο της φροντίδας και της ασφάλειας του συμπολίτη. Και μέσα από τον χαρακτήρα του Τζούελ, ο Ίστγουντ αποφεύγει το ιδεολογικό στοιχείο. Το πολιτικό σχόλιο ταυτίζεται με την αδικία των Αρχών, όχι με την όποια προέλευση του ήρωα. Δεν μας νοιάζει τι μπορεί να πιστεύει, τουλάχιστον σε τούτο το έργο. Η ιστορία τούτης της «Μπαλάντας» είναι τα πάθη που βιώνει από ένα σύστημα κυριολεκτικά μολυσμένο. Ο Τζούελ είναι ένα εύκολο θύμα. Κι εμείς είμαστε βέβαιοι για την αθωότητά του. Δεν μπορούμε να τον συμπονέσουμε γι’ αυτό που είναι στην καθημερινότητά του, αλλά δεν επιτρέπεται σε έναν αθώο άνθρωπο να εξευτελίζεται σε τέτοιο βαθμό. Γιατί, πολύ απλά, μιας και η ζωή η ίδια είναι που μας αφηγείται τούτο το συμβάν, θα μπορούσε να είχε συμβεί και σ’ εμάς!



Γενναία και σαφώς παραγνωρισμένη η ερμηνεία του Πολ Γουόλτερ Χάουζερ στον ομώνυμο ρόλο. Ο ηθοποιός δεν ερμηνεύει βιογραφία celebrity αβανταδόρικη, αλλά ενσαρκώνει (όσο πιο κοντά στον αληθινό χαρακτήρα) ένα πλάσμα διόλου χαρισματικό, που κατά διαστήματα σε κάνει να γελάς, ενώ λίγα λεπτά αργότερα τον αντιμετωπίζεις με αξιοπρέπεια ή συναισθήματα αγνής συγκίνησης. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην σε κερδίσει και να πάρει με το μέρος του, μέχρι το φινάλε της ταινίας. Δίπλα του, ο Σαμ Ρόκγουελ το πάει «αβάδιστα» με την χαρακτηριστική άνεση της παρουσίας του (που έχει γίνει σχεδόν ένα trademark δικής του «μανιέρας»), ενώ η Κάθι Μπέιτς καρπώνεται ακόμη μία οσκαρική υποψηφιότητα (δεύτερου γυναικείου ρόλου) στο ρόλο της μητέρας του Τζούελ, που με κάμποσες δόσεις σασπένς περιμένεις να παρακολουθήσεις να εκρήγνυται λυγμικά ή από την εξουθένωση της όλης εμπειρίας (η οποία στη πραγματικότητα διήρκησε τρεις μήνες). Όλοι μαζί ενώνονται σε ένα συναρπαστικό (για τον όποιο θεατή) φιλμ, μέσω του οποίου ο Ίστγουντ, για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, παραδίδει μαθήματα αφηγηματικής απλότητας. Όσο κι αν δείχνει «basic» κατά τη διάρκεια της παρακολούθησής του, όμως, θα σε καταπλήξει όταν βγαίνοντας από το σινεμά αρχίσεις να το καλοσκέφτεσαι και να «ερμηνεύεις» το περιεχόμενό του, τον σεναριακό του καμβά, τις ισορροπίες της στάσης του απέναντι στο κοινωνικό δίκαιο. Βγαίνεις κερδισμένος διπλά, δηλαδή.



ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Ωραία ταινία. Κατηγορίας «crowd-pleaser». Με την υπογραφή του Κλιντ Ίστγουντ, ένα έργο το οποίο μιλάει τίμια στο είναι του θεατή και τον βάζει μπροστά σε μία δοκιμασία… βγαλμένη από τη ζωή, που αν δεν γνώριζε αυτή τη λεπτομέρεια, θα έλεγε ότι τα κινηματογραφικά σενάρια έχουν μεγάλη (και ύπουλη) φαντασία. Και, για να έρθουμε και στην τοπική επικαιρότητα του σήμερα, δες τη σκηνή που το FBI κάνει κανονική «άλωση» της οικίας των Τζούελ και κάνε έναν πρόχειρο παραλληλισμό με το κρούσμα αιφνίδιας και αδικαιολόγητης βίας στην περίπτωση εισβολής στο σπίτι της οικογένειας Ινδαρέ, απλά και μόνο εξαιτίας μιας ατυχούς… γειτνίασης! Μην σε αποθαρρύνει η μηδαμινή παρουσία του έργου στις φετινές υποψηφιότητες των Όσκαρ (ήταν πολύ σκληρό σε ανταγωνισμό το 2019), πίσω από την στερεοτυπική «μαρκίζα» με τα αγαλματάκια δεν λάμπει πάντοτε ο χρυσός της κινηματογραφικής απόλαυσης. Τούτο το έργο σε ανταμείβει και χωρίς «περγαμηνές». 

Του Ηλία Φραγκούλη, σε συνεργασία με το freecinema.gr 
1 ΣΧΟΛΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Για να μπορέσετε να προσθέσετε σχόλιο θα πρέπει πρώτα να έχετε κάνει login

Μείνε ενημερωμένος

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΝΕΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΝΕΟ ΜΑΣ, ΚΑΝΕ ΤΩΡΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΟΥ ENTERNITY.GR!