Αγαπητέ χρήστη, παρατηρήσαμε οτι έχεις ενεργοποιημένο Ad Blocker.
Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity
** ";

Το κριτήριο σας πρέπει να ειναι τουλάχιστον 3 χαρακτήρες

Terminator: Dark Fate Review

  • ΗΛΙΚΙΕΣ

    18+

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

    Tim Miller

  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ

    Linda Hamilton, Arnold Schwarzenegger, Mackenzie Davis

  • ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
*
Η κριτική μας για την κινηματογραφική ταινία Terminator: Dark Fate του Tim Miller με τους Linda Hamilton, Arnold Schwarzenegger, Mackenzie Davis.

Οι μηχανές από το μέλλον στέλνουν εξελιγμένο μοντέλο cyborg στη Γη, με αποστολή να σκοτώσει νεαρό κορίτσι. Οι άνθρωποι από το μέλλον στέλνουν γυναίκα στρατιώτη με ενισχυμένες ικανότητες ανθρωποειδούς, με σκοπό να το προστατέψει. H ανθρώπινη αποστολή αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση. Η Σάρα Κόνορ, όμως, ξέρει καλά τι εστί εξολόθρευση και προστασία.

Τόσα χρόνια έχουν περάσει κι ακόμα δεν είμαι σίγουρος για το ποιος από τους δύο πρώτους «Terminator» μου αρέσει περισσότερο. Το original φιλμ του 1984 ήταν αναμφισβήτητα πρωτότυπο, κουβαλούσε μια Β-movie ατμόσφαιρα και είχε σαν extra bonus τον Άρνολντ Σουορτσενέγκερ σε σπάνιο ρόλο κακού. Το sequel «Εξολοθρευτής 2: Μέρα Κρίσης» (1991) ήταν ένα ισοπεδωτικό καλοκαιρινό blockbuster, από την εποχή που το Χόλιγουντ σεβόταν ακόμα το είδος, με ατάκες που έγιναν με τη μία αναπόσπαστο μέρος της pop κουλτούρας και με μερικά από τα πιο εντυπωσιακά εφέ που είχαμε δει έως τότε στον κινηματογράφο (και που παραμένουν τέτοια, ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα!). Ανεξαρτήτως γούστου και προτίμησης, το σκηνοθετικό άγγιγμα του Τζέιμς Κάμερον και στις δύο αυτές ταινίες ήταν άκρως χαρακτηριστικό και απόλυτο.



Η απουσία του έγινε κάτι περισσότερο από φανερή στα τρία επόμενα φιλμ του franchise με τα οποία αυτός αφενός δεν είχε καμία εμπλοκή, αφετέρου τη σκηνοθεσία καθεμιάς από αυτές αναλάμβαναν «παραγγελιοδόχοι» σκηνοθέτες δεύτερης (στην καλύτερη των περιπτώσεων) διαλογής. Αποτελέσματα αυτής της τακτικής ήταν το συμπαθές αλλά γυρισμένο στον αυτόματο πιλότο «Εξολοθρευτής 3: Η Εξέγερση των Μηχανών» (2003) του Τζόναθαν Μόστοου, το δυστοπικά άχρωμο «Εξολοθρευτής: Η Σωτηρία» (2009) του ΜακΤζι και η ακατανόητη σπαζοκεφαλιά της κατά τη γνώμη μου χειρότερης ταινίας της σειράς (που συν τοις άλλοις κουβαλούσε το πλέον ατάλαντο καστ), «Εξολοθρευτής Γένεsys» (2015) του Άλαν Τέιλορ.



Λαμβάνοντας όλα αυτά υπ’ όψη, η ανάληψη της σκηνοθεσίας σε τούτο το έκτο φιλμ του franchise από τον ερχόμενο με τη φόρα του «Deadpool» (2016) Τιμ Μίλερ, αλλά κυρίως η επανεμφάνιση του ονόματος του Κάμερον στα credits ως παραγωγού, αλλά και ως μέλους του εξαμελούς σεναριακού team, μόνο επιφωνήματα χαράς μπορούσε να φέρει. Το πράγμα φάνηκε να γίνεται ακόμα καλύτερο από τη στιγμή που όλοι αυτοί (ή... ο Τζέιμς Κάμερον από μόνος του) πήραν τη σοφή απόφαση να πετάξουν τις τρεις προηγηθείσες ταινίες στον κάλαθο των αχρήστων… σαν να μην υπήρξαν ποτέ, να επαναφέρουν μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια τη Λίντα Χάμιλτον στον ρόλο τής Σάρα Κόνορ και να δώσουν στο «Σκοτεινό Πεπρωμένο» τον χαρακτήρα τού απευθείας sequel της «Μέρας Κρίσης»! Στη θεωρία, μιλάμε για κάτι που είχε όλα τα φόντα να σκίσει. Στην πράξη δεν απογοητεύει, είναι μάλλον το καλύτερο φιλμ του franchise μετά τα δύο πρώτα (αν κι εκείνο του 2003 δεν ήταν για πέταμα), ο πήχης όμως βρίσκεται τόσο ψηλά από εκείνα τα παλαιά κλασικά, που όση νοσταλγία κι αν σερβίρει τούτο εδώ, δεν μπορεί παρά να ηττάται.



Η επίκληση στο συναίσθημα της νοσταλγίας γίνεται φανερή με το ξεκίνημα κιόλας, όταν προβάλλονται σκηνές που μοιάζουν να προέρχονται από χιλιοπαιγμένη VHS κασέτα της «Μέρας Κρίσης», με την έγκλειστη στο ψυχιατρείο Σάρα Κόνορ να προβλέπει με ακρίβεια το τέλος του κόσμου. Τόσο η εναρκτήρια σεκάνς όσο και η επόμενη, που αφορά την τύχη του γιου της, Τζον, λειτουργούν ως σύνδεσμοι του παρελθόντος με το παρόν στο οποίο εξελίσσεται η τωρινή πλοκή (και συνάμα ακυρωτικοί για ό,τι έχει μεσολαβήσει στο franchise). Στο Μεξικό του σήμερα, η νεαρή εργάτρια εργοστασίου Ντάνι περνά μια συνηθισμένη μέρα της καθημερινότητάς της, μέχρι τη στιγμή που θα αντιληφθεί για τα καλά πως η ζωή της είναι άκρως σημαντική. Ένα σχεδόν ανίκητο μοντέλο Terminator έχει καταφτάσει από το μέλλον για να τη σκοτώσει, την ίδια ώρα που υβρίδιο ανθρώπου και μηχανής (μια ιδέα που είχε εμφανιστεί και στη «Σωτηρία», μέσω του χαρακτήρα του Σαμ Γουόρθινγκτον) πρέπει - για λόγους τους οποίους δεν αποκαλύπτει με λεπτομέρειες στην Ντάνι - να τη σώσει πάση θυσία. Η εξασφάλιση της διαβίωσής της αποδεικνύεται χαρακτηριστικά δύσκολη, μιας και το μοντέλο Rev-9 Cyborg ούτε σπάει ούτε χαλάει, έχει την ιδιότητα να παίρνει όποια ανθρώπινη μορφή θέλει, ενώ άμα λάχει μπορεί να χωρίζει και σε δύο κομμάτια με τον ολίγον μακάβριο μαύρο σκελετό του να αναλαμβάνει τα τυχόν μερεμέτια. Η προστάτιδα των απανταχού ανθρώπων από τους πάσης φύσεως Εξολοθρευτές, Σάρα Κόνορ, βρίσκεται όμως σταθερά στις επάλξεις, έτοιμη να προσφέρει πολύτιμη χείρα βοηθείας, με το «συνταξιοδοτημένο» και αποτραβηγμένο στην εξοχή τού Τέξας T-800 Terminator να δύναται να πράξει το ίδιο. Αυτός ο δεύτερος και σημαντικότατος βοηθός, άλλωστε, πάντα τόνιζε (με τη βαριά προφορά του) πως… θα επιστρέψει.



Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος βαθύς γνώστης των μυστικών του franchise για να καταλάβει πως η βασική σεναριακή ιδέα θυμίζει εντελώς το original φιλμ του 1984, με τις ανατροπές στο δεδομένο στόρι να είναι από ανύπαρκτες έως αμελητέες (αφορούν βασικά το Skynet και τον χαρακτήρα της Ντάνι). Από την άλλη, εκ του αποτελέσματος, προκύπτει πως τα εφέ που έχουν να κάνουν με τις μεταμορφώσεις προσώπων και την ανασύσταση τής σαν από χυτό σίδερο υφής του κακού Rev-9 Terminator, είναι παραπλήσια εκείνων του T-1000 από τη «Μέρα Κρίσης». Είναι, δηλαδή, σαν ο Τζέιμς Κάμερον (από τη θέση του παραγωγού) να αποτίνει φόρο τιμής στον... εαυτό του, προτάσσοντας την επανάληψη των εκ των προηγουμένων γνωστών και αγαπημένων, με λογική του στυλ «για να θυμούνται οι παλιοί fans και να μαθαίνουν οι νέοι». Το κάνει με ευλάβεια αυτό, αφού (σε αντίθεση με τα πεπραγμένα του στον «Deadpool») και ο νεόκοπος στη σειρά Τιμ Μίλερ δεν δείχνει καμία διάθεση να παρουσιάσει κάτι το οποίο θα συνεισφέρει έστω ψήγματα αποδόμησης της μυθολογίας του franchise μέσω ειρωνικών και «ψαγμένων» καλαμπουριών. Αντιθέτως, μάλιστα, το φιλμ έχει μηδαμινό χιούμορ, είτε ηθελημένα είτε αθέλητα, μιας και κάποιες φράσεις που παραπέμπουν στις κλασικές ατάκες του παρελθόντος ακούγονται κάπως άτσαλες, χωρίς να λειτουργούν όπως τότε.



Εκεί που η ταινία εκπλήσσει είναι στον ρόλο που κρατά για τον Άρνολντ Σουορτσενέγκερ, ο Τ-800 του οποίου έχει εξελιχθεί σε κάτι που μάλλον ουδείς μπορούσε να φανταστεί. Αν και το background της μεταστροφής του δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως σε σχέση με όσα έχει πράξει στο παρελθόν, ο Άρνι προσφέρει μια αναπάντεχα «ανθρώπινη» πινελιά λύτρωσης (μαζί με ένα σχετικό comic relief), εν μέσω ενός γενικού χαμού από ανελέητες μάχες και συνεχείς καταδιώξεις. Οι δύο βασικές σεκάνς δράσης (στο αεροπλάνο και στο φράγμα) είναι όσο εντυπωσιακές μπορεί κάποιος να περιμένει από ένα τέτοιου μεγέθους στουντιακό φιλμ, όμως παράλληλα δείχνουν πως αν ο Μίλερ για κάτι ξεχώρισε με το υπερηρωικό ντεμπούτο του τέσσερα χρόνια πριν, ήταν μάλλον η meta αίσθηση που αυτό απέπνεε και όχι κάποια σπουδαία ικανότητα στη σκηνοθεσία τού χορογραφημένου action. Βρίσκει, πάντως, την ευκαιρία να κάνει με το «Σκοτεινό Πεπρωμένο» ένα σχόλιο για το φλέγον ζήτημα του τείχους στα σύνορα Μεξικού και Αμερικής, ενώ την ίδια ώρα τριπλασιάζει την ούτως ή άλλως καθοριστική για το franchise τσαμπουκαλίδικη γυναικεία παρουσία, κατά τις επιταγές της σύγχρονης χολιγουντιανής εποχής. Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις για το μέλλον της ανθρωπότητας, το οποίο προκαλείται από την ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από τις μηχανές και τον αναπόφευκτο πόλεμο εναντίον τους, είναι σχεδόν αόρατες, αλλά δεν νομίζω πως υπάρχουν πια θεατές με σχετικές απαιτήσεις από ένα τόσο… ξεχειλωμένο στόρι.




ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Είναι έτσι φτιαγμένο το «Σκοτεινό Πεπρωμένο» ώστε να μιλήσει στην καρδιά των φίλων της σειράς του «Terminator». Από την άλλη, τούτο το έκτο κεφάλαιο στέκει και σαν αυτόνομο φιλμ (εν είδει reboot...), αφού σε αντίθεση με το αμέσως προηγούμενο «Γένεsys» δεν απαιτείται κάποια σπουδαία γνώση των παρελθόντων γεγονότων. Υπό αυτό το πρίσμα, ενδεχομένως θα απαλύνει τις άσχημες εντυπώσεις που είχαν αφήσει οι τρεις ταινίες που ακολούθησαν τις all-time classic πρώτες δύο, η τελική επίγευση όμως δεν είναι τέτοια που θα σε κάνει να μετράς τις μέρες μέχρι την… έβδομη επόμενη. Η οποία πιστεύω ακράδαντα πως θα έρθει, αν και θα επιθυμούσα με τούτο να δοθεί οριστικό τέλος στο πλέον εξαντλημένο από ιδέες franchise.

Του Νίκου Παλάτου, σε συνεργασία με το freecinema.gr 
0 ΣΧΟΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Για να μπορέσετε να προσθέσετε σχόλιο θα πρέπει πρώτα να έχετε κάνει login
  • Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

Μείνε ενημερωμένος

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΝΕΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΝΕΟ ΜΑΣ, ΚΑΝΕ ΤΩΡΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΟΥ ENTERNITY.GR!