
O Ιάπωνας developer προσελήφθη από τη Capcom το 1990 και ξεκίνησε αμέσως να δουλεύει σε μια σειρά τίτλων, με πιο αξιοσημείωτους τα Goof Troop και Aladdin, σαν licensed κυκλοφορίες των αντίστοιχων ταινιών κινουμένων σχεδίων. Μετά από τέσσερα χρόνια δυσανασχέτησης με τους περιορισμένους που του έθεταν τέτοιες παραγωγές, o Mikami έστρεψε το βλέμμα του προς τη νέα κονσόλα που ετοίμαζε η Sony, με τη πρωτόγνωρη υπολογιστική ισχύ και την αχανή χωρητικότητα. Έτσι, πολύ σύντομα ξεκίνησε τη δημιουργία ενός τρισδιάστατου shooter, με horror θεματολογία, το οποίο θα εκτυλίσσονταν σε μια στοιχειωμένη έπαυλη και θα βασίζονταν στην Ιαπωνική ταινία τρόμου “Sweet Home” (1989). Πιο συγκεκριμένα, ο Mikami ανέφερε “Ήθελα να κάνω ένα παιχνίδι τρόμου. [..] Όχι με φαντάσματα και τέτοιες αηδίες, αλλά με αληθινά τέρατα που μπορείς να δεις και μπορούν να σου επιτεθούν”. Τα αρχικά σχέδια ενός FPS με εξωγήινους σύντομα εγκαταλείφθηκαν και το adventure στοιχείο με το pre-rendered περιβάλλον πήρε τη θέση του. Η τελευταία “πινελιά” ήταν η προσθήκη των ζόμπι, μια κίνηση βαθιά εμπνευσμένη από το Night of the Living Dead του Romero, αλλά και το Zombie (1979) του Lucio Fulci. Έτσι, το Μάρτιο του 1996 κυκλοφόρησε το Biohazard, για το Sony PlayStation.
Το Biohazard, ή αλλιώς Resident Evil, η ονομασία με την οποία εδραιώθηκε στον υπόλοιπο κόσμο, πραγματεύονταν την ιστορία των S.T.A.R.S., μιας ειδικής ομάδας της αστυνομίας του Raccoon City, η οποία αναλαμβάνει μια αποστολή στα περίχωρα της πόλης, ούτως ώστε να εξερευνήσει μια σειρά από μυστηριώδεις φόνους με έντονα σημάδια κανιβαλισμού. Δεχόμενη μια επίθεση από σκυλιά, η ομάδα σύντομα αναγκάζεται να βρει καταφύγιο σε μια κοντινή έπαυλη, η οποία -όπως και πολύ σύντομα θα ανακαλύψουν- είναι γεμάτη από ζόμπι. Ο αρχηγός της αποστολής, Albert Wesker, εξαφανίζεται και η ομάδα μένει αβοήθητη σε αυτό το αφιλόξενο μέρος. Οι παίκτες αναλάμβαναν να βγάλουν σε πέρας το campaign με έναν από τους δύο διαθέσιμους χαρακτήρες, τον Chris Redfield και την Jill Valentine. Ο καθένας τους διέφερε ως προς τα στατιστικά, τον εξοπλισμό, τους NPCs, αλλά ακόμα και τον ίδιο τον τερματισμό.

Το Resident Evil θεωρήθηκε ως ο τίτλος που καθόρισε και εδραίωσε το genre του Survival Horror (έναν όρο που δανείστηκε από το “Ambient Survival Horror” που είχε επινοηθεί για το Alone in the Dark. Η αλήθεια είναι πως ο Mikami εμπνεύστηκε περισσότερο απ' όσο θα ήθελε ο ίδιος να παραδεχθεί από τον τίτλο της Infogrames. Οι ομοιότητες μάλιστα ήταν τόσο εμφανείς που όταν ο ίδιος ρωτήθηκε σε μια συνέντευξη για το ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στους δύο τίτλους, απάντησε: “Τα γραφικά (του Resident Evil) σκίζουν”. Παρ' όλα αυτά, το Resident Evil έθεσε τις βάσεις για το είδος και από τότε και μετά κάθε survival horror τίτλος θα ακολουθούσε το μοτίβο του Resident Evil με τα δυσεύρετα αντικείμενα και την επίλυση γρίφων. Οι πωλήσεις ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και όλα έδειχναν πως το Survival Horror είχε έρθει για να μείνει. Πράγματι, η εμπορική επιτυχία του Resident Evil βοήθησε σε ένα μεγάλο βαθμό το PlayStation να γίνει η κυρίαρχη κονσόλα της γενιάς της, ενώ δημιούργησε και μια σειρά από ports, remakes, αλλά και επιτυχημένες κινηματογραφικές μεταφορές.

Η καλή πορεία, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέστησε τη δημιουργία του sequel κάτι παραπάνω από βέβαιη και πράγματι ο Mikami (αυτή τη φορά σε ρόλο παραγωγού) και οι συνεργάτες του είχαν ήδη αρχίσει τις διεργασίες. Με το βασικό πυρήνα να έχει ήδη δημιουργηθεί και το ποσοστό ολοκλήρωσης να πλησιάζει το 80 τοις εκατό, ο Ιάπωνας δημιουργός αποφασίζει πως ο τίτλος είναι “βαρετός”, ακυρώνει το project και το ξεκινάει από το μηδέν. Το Resident Evil 1.5, όπως το ονόμασαν οι fans, ήταν ένας εντελώς διαφορετικός τίτλος από το τελικό αποτέλεσμα και η επίσημη κυκλοφορία του παραμένει μέχρι και σήμερα ένας διακαής πόθος των φανατικών οπαδών της σειράς.
Τελικά, το Resident Evil 2 κυκλοφόρησε το 1998 για το Sony PlayStation. Ο Mikami επιθυμούσε μια αλλαγή του σκηνικού και έτσι από την απομακρυσμένη έπαυλη η δράση μεταφέρθηκε σε ένα πιο οικείο σκηνικό και πιο συγκεκριμένα, στη Raccoon City. O στόχος του δημιουργού εδώ ήταν να προκαλέσει συναισθήματα με τα οποία οι παίκτες θα μπορούσαν να συνδεθούν περισσότερο με τον τίτλο, μέσα από τη καταστροφή που προκαλεί η εξάπλωση του μέσα σε μια αστική περιοχή. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο ανέλαβαν οι Leon S. Kennedy και η Clair Redfield, ένας νέος αστυνομικός στη πρώτη του μετάθεση και η αδερφή του Chris Redfield από το πρώτο μέρος. Μετά από μια τυχαία συνάντηση, οι δρόμοι τους θα χωριστούν και ο μοναδικός στόχος και των δύο είναι η επιβίωση και η απόδραση. Από πλευράς gameplay τα πράγματα δεν είναι πολύ διαφορετικά, αφού και οι δύο χαρακτήρες θα έπρεπε να λύσουν γρίφους και να αντιμετωπίσουν τις ορδές των ζόμπι, πάντα με περιορισμένα πυρομαχικά και saves. Η κύρια διαφορά εντοπίζονταν στο “zapping system” με το οποίο ο κάθε χαρακτήρας είχε τη δική του ιστορία και διαδρομή, ανάλογα με τη σειρά επιλογής του. Έτσι ουσιαστικά οι παίκτες μπορούσαν να απολαύσουν τέσσερα σενάρια αφού μετά το πέρας της περιπέτειας του ενός, μπορούσαν να ξαναζήσουν τα γεγονότα από τη σκοπιά του δεύτερου χαρακτήρα.

Από τη πρώτη του εμφάνιση στα ράφια των καταστημάτων έκανε θραύση και απόλαυσε τα εγκωμιαστικά σχόλια κοινού και κριτικών. Οι μοναδικές ενστάσεις που αφορούσαν τον ηχητικό τομέα και το χειρισμό δεν ήταν αρκετές για να επισκιάσουν το γεγονός πως το Resident Evil 2 έγραψε ιστορία ως μια από τις πιο σημαντικές κυκλοφορίες της εποχής. Η αποδοχή του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη που χάρισε στη Capcom τον τίτλο με της μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία της σε μια και μόνο πλατφόρμα, με πάνω από 6 εκατομμύρια αντίτυπα για το Sony PlayStation. Όπως ήταν λογικό, ακολούθησαν ports σε PC, Dreamcast, Nintendo 64 ενώ μέχρι και σήμερα, το Resident Evil 2 παραμένει ένας από τους τίτλους για τους οποίους οι gamers ζητάνε απεγνωσμένα ένα σύγχρονο remake. Το Resident Evil είχε πλέον χτίσει το δικό του franchise και το κοινό περίμενε τη συνέχεια της συναρπαστικής ιστορίας και η Capcom δεν αρνήθηκε να τη παραδώσει. Πως θα μπορούσε άλλωστε, από τη στιγμή που η Raccoon City ακόμη στέκονταν; Τα αρχικά σχέδια για το Resident Evil 3 περιλάμβαναν όχι έναν, αλλά δύο τίτλους. Ο πρώτος θα είχε τον Hideki Kamiya στο ρόλο του σχεδιαστή και μια διαφορετική θεματολογία, η οποία τελικά -όπως θεωρήθηκε και από τους ιθύνοντες της Capcom- ξέφευγε πολύ από το concept της σειράς. Ο τίτλος αυτός θα ξεκινούσε ένα καινούριο franchise με τη δική του ιστορία και κληρονομιά, το Devil May Cry.

Ο δεύτερος τίτλος θα ήταν ένα exclusive για το SEGA Dreamcast και θα ακολουθούσε τα αδέρφια Redfield, ωστόσο η ανάπτυξή του μπήκε σε παύση μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Τελικά για τη παραγωγή επιλέχθηκε μια “συμπληρωματική” ιστορία και έτσι το Resident Evil 3 κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1999. Ο τίτλος εκτυλίσσονταν 24 ώρες πριν, αλλά και δύο μέρες μετά τα γεγονότα του RE 2, με την πρωταγωνίστρια, Jill Valentine να αναζητά έναν τρόπο απόδρασης από τη Raccoon City πριν αυτή βομβαρδιστεί, κατόπιν εντολής του ίδιου του προέδρου της χώρας. Στη περιπέτειά της, η Jill θα γνώριζε τον Carlos Oliveira, μέλος της ειδικής ομάδας που είχε αποσταλεί από την Umbrella για να “καθαρίσει” τα όποια αποδεικτικά στοιχεία εναντίον της εταιρείας-κολοσσού. Ωστόσο ούτε αυτός, αλλά ούτε καν η ίδια η Jill δεν ήταν ο λόγος για τον οποίο το Resident Evil 3 έμεινε για πάντα χαραγμένο στη μνήμη των fans. Αυτό ήταν υπόθεση ενός τρίτου χαρακτήρα, που μέχρι και σήμερα θεωρείται ως μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές και ένας από πιο... αγαπημένους “κακούς” του gaming. Ο λόγος για το εξελιγμένο μοντέλο του T-Virus, με ανεπτυγμένη ευφυΐα και μοναδική αποστολή την εξόντωση των μελών της S.T.A.R.S., τον Nemesis.

Σε όρους gameplay οι διαφορές του RE 3 με τον προκάτοχό του ήταν ελάχιστες. Η κλασσική φόρμουλα ήταν και πάλι παρούσα, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά οι παίκτες μπορούσαν να φτιάξουν τις δικές τους σφαίρες, να εκτελέσουν κινήσεις αποφυγής, αλλά και στροφή 180 μοιρών. Σε διάφορα σημεία της ιστορίας -και μάλιστα στα πλέον δύσκολα- έκανε την εμφάνισή του ο Nemesis και οι παίκτες έπρεπε να παλέψουν για την επιβίωσή τους. Η αποφυγή του απλά χάριζε λίγο χρόνο, αφού ο Nemesis ήταν ακούραστος, κυνηγώντας τη Jill χωρίς έλεος. Μια ακόμα προσθήκη ήταν η επιλογές που έπρεπε να γίνουν από μεριάς παικτών σε συγκεκριμένα σημεία της περιπέτειας, επιλογές που καθόριζαν σε ένα σημαντικό βαθμό την ίδια την ιστορία. Το Resident Evil 3 ήταν αρκετά επιτυχημένο, με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 3.5 εκατομμύρια αντίτυπα, αλλά όχι και τις προσδοκίες των δημιουργών του. Ταυτόχρονα σήμανε και το τέλος των “exclusive” κυκλοφοριών για το Sony PlayStation, αφού οι μετέπειτα κυκλοφορίες (της κύριας σειράς) φιλοξενήθηκαν -αρχικά- σε άλλες πλατφόρμες.

Κάθε επίδοξος κυνηγός ζόμπι γνωρίζει πως ο καλύτερος τρόπος εξόντωσης τους δεν είναι άλλος από μια σφαίρα στο κεφάλι -κάτι που δε μπορούσαν να εγγυηθούν οι προηγούμενοι τίτλοι Resident Evil. Έχοντας αυτό κατά νου, η Capcom κυκλοφόρησε το πρώτο spin-off της σειράς, το Resident Evil: Gun Survivor, τον Ιανουάριο του 2000, για το Sony PlayStation. Οι παίκτες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το light gun (στην Ιαπωνική και Ευρωπαϊκή έκδοση) για να σημαδέψουν χειροκίνητα τους στόχους τους και να βοηθήσουν τον Ark Thompson, έναν πιλότο με αμνησία, να ανακτήσει τη μνήμη του αλλά και να δραπετεύσει από το Sheena Island και τη ορδή των ζόμπι που το έχουν κατακλύσει. Τα προβλήματα και οι περιορισμοί στον χειρισμό ήταν αρκετά, ενώ η προοπτική πρώτου προσώπου που χρησιμοποιήθηκε φανέρωνε τον κακό τεχνικό τομέα. Το Gun Survivor έλαβε τις χειρότερες βαθμολογίες από κάθε άλλο Resident Evil και γρήγορα επισκιάστηκε από την επόμενη μεγάλη κυκλοφορία της σειράς.
To SEGA Dreamcast είχε πλέον κάνει το ντεμπούτο του και μια από τις πρώτες κυκλοφορίες που ανακοινώθηκαν για το καινούριο hardware ήταν ένας τίτλος Resident Evil, ο οποίος θα αναπτύσσονταν από το Production Studio 4 της Capcom, σε συνεργασία με τη Nextech και τη SEGA. To Resident Evil Code: Veronica έκανε την εμφάνισή του στα ράφια των καταστημάτων τον Φεβρουάριο του 2000 και παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα άμεσο sequel του RE 2, οι δημιουργοί είχαν αποφασίσει να δίνουν αριθμούς μόνο στους τίτλους της σειράς που θα κυκλοφορούσαν στο PlayStation. Η ιστορία του Code: Veronica λαμβάνει χώρα τρεις μήνες μετά τα γεγονότα του RE 2 και ακολουθεί τις περιπέτειες της Claire Redfield η οποία αποφασίζει πιάνεται αιχμάλωτος μετά από μια αποτυχημένη επιδρομή στις εγκαταστάσεις της Umbrella στο Παρίσι. Η μεταφορά της στις φυλακές του Rockford Island συνοδεύεται από ένα -κλασσικό πλέον- ξέσπασμα του T-Virus και έτσι η ίδια πρέπει πλέον να αποδράσει, αλλά και να επιβιώσει την καινούρια απειλή. Στο μεταξύ ο Leon S. Kennedy έχει ήδη ενημερώσει τον αδερφό της Claire, Chris, ο οποίος έχει ήδη ξεκινήσει την αναζήτηση.

Το Code: Veronica ήταν ο πρώτος τίτλος της κύριας σειράς που χρησιμοποιούσε πλήρως τρισδιάστατο και όχι pre-rendered background. Η κάμερα εξακολουθούσε να είναι σταθερή, παρουσίαζε όμως μεγαλύτερη ευελιξία στις γωνίες λήψης, ενώ δύο από τα όπλα επέτρεπαν τη στόχευση μέσω προοπτικής πρώτου προσώπου. Στη πλειοψηφία τους, οι μηχανισμοί gameplay παρέμειναν ίδιοι με αυτούς του RE 3, με τη προσθήκη όμως της δυνατότητας dual-wielding ορισμένων όπλων, επιτρέποντας τη στόχευση περισσοτέρων του ενός αντιπάλων. Στο πρώτο μέρος του τίτλου οι παίκτες αναλάμβαναν τον έλεγχο της Claire, ενώ στη συνέχεια τα ηνία αναλάμβανε ο Chris σε ένα backtracking των τοποθεσιών, με τη προσθήκη ορισμένων νέων περιοχών. Οι κριτικοί αποθέωσαν τον τίτλο, ενώ οι πωλήσεις της αρχικής έκδοσης, μαζί με το Code: Veronica X (την αναβαθμισμένη έκδοση για το PlayStation 2) ξεπέρασαν τα 3 εκατομμύρια αντίτυπα.

Το Code: Veronica αποτέλεσε τη βάση για το Resident Evil Survivor 2 Code: Veronica, το οποίο βασίστηκε στα γεγονότα της ιστορίας και χρησιμοποιούσε το G-Con 2 στην έκδοσή του για τα συστήματα οικιακής ψυχαγωγίας. Μέτριες κριτικές συνόδεψαν και αυτό το spin-off της σειράς το οποίο πέρασε ουσιαστικά απαρατήρητο. Η συνέχεια θα ήταν όμως θεαματική, με δύο κυκλοφορίες που έδωσαν νέα πνοή στο franchise -και το πρώτο βήμα σε αυτό το στόχο θα γινόταν επιστρέφοντας... στο παρελθόν. Το 2002, 6 χρόνια μετά τη πρώτη φορά που οι gamers ήρθαν αντιμέτωποι με το ξέσπασμα του T-Virus, η Capcom επέστρεψε στο πρώτο μέρος της σειράς για να παραδώσει στους fans ένα πλήρες remake. To... Resident Evil ήταν το πρώτο μέρος της αποκλειστικής συμφωνίας που είχε συνάψει η Capcom με τη Nintendo και αφορούσε τη κυκλοφορία τριών τίτλων “Resident Evil” για το GameCube. O Shinji Mikami επέστρεψε για να σκηνοθετήσει την περιπέτεια της Jill Valentine και του Chris Redfield στην -θρυλική πλέον- έπαυλη, με καινούριες τοποθεσίες, επιπλέον λεπτομέρειες στη πλοκή, φωτορεαλιστικά pre-rendered backgrounds και μια σειρά από προσθήκες στο gameplay. Τα μοντέλα των χαρακτήρων δέχθηκαν τεράστιες βελτιώσεις, ενώ όλες οι προσθήκες στους μηχανισμούς κίνησης και μάχης των προηγούμενων τίτλων βρήκαν τη θέση τους σε αυτό το remake.

Οι διάλογοι γράφτηκαν από την αρχή για να αποδώσουν έναν πιο σοβαρό τόνο, ενώ και το voice-over επιμελήθηκε ένα καινούριο cast. Τέλος, οι παίκτες είχαν τη δυνατότητα να ξεκλειδώσουν μια πληθώρα καινούριου content, όπως game modes, secrets και endings που δεν υπήρχαν στην αρχική έκδοση. Την ίδια χρονιά οι fans υποδέχθηκαν και το Resident Evil Zero, το πρώτο prequel της σειράς. Αρχικά σχεδιασμένο για το Nintendo 64, η αλλαγή του hardware μετέφερε τον τίτλο στο GameCube, σαν δεύτερο μέρος της αποκλειστικής τριλογίας. Εδώ οι παίκτες θα ξανασυναντούσαν την Rebecca Chambers σε μια περιπέτεια που οδηγεί στα γεγονότα του πρώτου Resident Evil, ρίχνοντας φως σε αρκετά ερωτήματα που αφορούν το ξέσπασμα του T-Virus. Η Rebecca, μέρος της αρχικής ομάδας των S.T.A.R.S. που εστάλη στα βουνά Arklay για να εξερευνήσει τους μυστηριώδεις φόνους, μετά τη πτώση του ελικοπτέρου της συναντά ένα τρένο στη μέση του δάσους. Σύντομα θα ανακαλύψει πως αυτό είναι γεμάτο ζόμπι, ενώ εκεί θα γνωρίσει και τον μοναδικό της σύμμαχο, τον Billy Coen, έναν πρώην πεζοναύτη.

Η διαδρομή του τρένου τους φέρνει σε ένα κέντρο έρευνας της Umbrella όπου και μαθαίνουν για τον T-Virus, αλλά και το ρόλο του Spencer στην ιστορία. Οι παίκτες πλέον μπορούσαν να χειριστούν και τους δύο χαρακτήρες όποτε αυτοί επιθυμούσαν, κάτι που άνοιγε καινούριες προοπτικές στους τομείς των γρίφων και της εξερεύνησης. Επιπρόσθετα, οι δύο πρωταγωνιστές μπορούσαν να ανταλλάσσουν ανά πάσα στιγμή τα αντικείμενα που είχαν στη κατοχή τους, ενώ ο ειδικός γάντζος της Rebecca επέτρεπε τη πρόσβαση σε δυσπρόσιτες περιοχές.
Το 2003 κυκλοφόρησε ο τελευταίος τίτλος της τριλογίας Gun Survivor, το Resident Evil: Dead Aim. Η δράση λάμβανε χώρα στο “Spencer Rain” ένα κρουαζιερόπλοιο της Umbrella, όλοι οι επιβάτες του οποίου είχαν μολυνθεί με τον T- Virus. Οι παίκτες αναλάμβαναν τον ρόλο του Bruce McGivern, ενός πράκτορα της κυβέρνησης που του είχε ανατεθεί να ξεσκεπάσει την Umbrella. Το Dead Aim είχε δεχθεί αρκετές βελτιώσεις σε σχέση με τους προκατόχους του, με πρώτη και προφανέστερη την εναλλαγή πρώτου και τρίτου προσώπου. Παρ' όλα αυτά, οι κριτικές που δέχθηκε ήταν μέτριες και το κοινό δεν έδειξε να ενθουσιάζεται. Την ίδια χρονιά έκανε την εμφάνισή του ίσως το πιο ενδιαφέρον spin-off της σειράς, Resident Evil Outbreak. Πιο συγκεκριμένα, το Outbreak ήταν το πρώτο Resi που επέτρεπε co-op gameplay και online υποστήριξη. Ο τίτλος λάμβανε χώρα δύο μέρες μετά τη πρώτη εμφάνιση του T-Virus και πραγματεύονταν την ιστορία οκτώ απλών πολιτών, οι οποίοι έπρεπε να αποδράσουν από τη Raccoon City, μέσα σε πέντε διαφορετικά σενάρια.

Ο κάθε χαρακτήρας είχε τις δικές του ικανότητες και -με τη προϋπόθεση broadband- οι παίκτες μπορούσαν να παίξουν online με τρία ακόμη άτομα. Το κάθε σενάριο είχε διάρκεια περίπου μιας ώρας, αυτό όμως που έκανε τα πράγματα πιο ενδιαφέροντα ήταν ο ειδικός μετρητής μόλυνσης που σήμαινε πως τα objectives θα έπρεπε να εκπληρωθούν πριν οι χαρακτήρες μολυνθούν από τον ιό λόγω υπερβολικής έκθεσης. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως στην Ευρώπη οι online δυνατότητες ήταν απενεργοποιημένες, σε αντίθεση με Αμερική και Ιαπωνία. Ο τίτλος κατάφερε ικανοποιητικές πωλήσεις, παρά τις μέτριες κριτικές που επέκριναν τη μικρή διάρκεια και το προβληματικό ΑΙ. Την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε το Outbreak #2, το οποίο ακολούθησε την ίδια φόρμουλα με τον προκάτοχό του, με τους ίδιους χαρακτήρες σε έξι καινούρια σενάρια. Οι κάτοχοι του πρώτου Outbreak μπορούσαν να εισάγουν τα saves τους και να συνεχίσουν την ιστορία, ενώ το Outbreak #2 ήταν ο πρώτος τίτλος της σειράς που επέτρεπε στους παίκτες να προχωρούν και να στοχεύουν ταυτόχρονα, ένα στοιχείο που -για κάποιο λόγο- απουσιάζει από τους υπόλοιπους τίτλους μέχρι και σήμερα.

Τέλος, μια ακόμα ενδιαφέρουσα προσθήκη ήταν στο online κομμάτι, όπου και όταν ένα μέλος της ομάδας πέθαινε, το πτώμα του επανέρχονταν με τη βοήθεια του T-Virus και στρέφονταν στους μέχρι πρότινος συμπαίκτες του. Το Outbreak #2 κατάφερε περίπου τις μισές πωλήσεις σε σχέση με τον προκάτοχο του και η Capcom έκλεισε τους servers του στις 31 Δεκεμβρίου 2007. Ο τρίτος και τελευταίος τίτλος Resident Evil για το GameCube έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία στο gaming. Μετά από τέσσερις εκδόσεις οι οποίες τελικά απορρίφθηκαν, το Resident Evil 4 κυκλοφόρησε στις αρχές του 2005. Ο Leon S. Kennedy επιστρέφει στο ρόλο του πρωταγωνιστή και μετά τα γεγονότα της Raccoon City, προσλαμβάνεται από τις μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α. Σε μια από τις αποστολές του βρίσκεται στην Ισπανία όπου και αναλαμβάνει να σώσει την κόρη του προέδρου, Ashley, από μια μυστηριώδη αίρεση. Οι χωρικοί δεν αποδεικνύονται ιδιαίτερα φιλόξενοι και ο Leon σύντομα μαθαίνει για την ύπαρξη του Las Plagas, ενός παρασιτικού οργανισμού που καταλαμβάνει όλες τις λειτουργίες του οργανισμού που τον φιλοξενεί. Στην περιπέτειά του, ο Leon θα συναντήσει άτομα από το παρελθόν του, ενώ θα αποκαλύψει τις πραγματικές προθέσεις πίσω από την απαγωγή της Ashley.

Η αλλαγή της προσέγγισης του Resident Evil 4 στο gameplay το κατέστησε ως έναν από τους πιο σημαντικούς τίτλους στο gaming τη τελευταία δεκαετία, κυρίως λόγω της καταλυτικής του συνεισφοράς στον επαναπροσδιορισμό -τουλάχιστον- δύο genres, το survival horror και τα third-person shooters γενικότερα. Δίνοντας πλέον έμφαση στην ακρίβεια και τα αντανακλαστικά όσον αφορά το κομμάτια shooting και δανειζόμενο στοιχεία από μια ευρεία γκάμα action τίτλων, το RE 4 έφερε την επανάσταση. Τα context sensitive controls, τα QTE στα cutscenes αλλά και στο κυρίως gameplay, η over-the-shoulder προοπτική η οποία επέτρεπε πλήρη θέα της δράσης και έχει γίνει το standard σε όλα τα third-person shooters (Uncharted, Gears of War), αλλά και το precision-aim που χρησιμοποιείται από τη πλειοψηφία των action τίτλων (Dead Space, GTA) άλλαξαν για πάντα το τοπίο. Τα ζόμπι έδωσαν τη θέση τους στους μολυσμένους από το Las Plagas χωρικούς και τις τερατώδεις μεταλλάξεις τους, ωστόσο ακόμα και χωρίς το... σήμα κατατεθέν της σειράς, το RE 4 έλαβε πάμπολλες διακρίσεις, ανακηρύχθηκε το “Παιχνίδι της Χρονιάς” από τη πλειοψηφία του τύπου και απόλαυσε τα διθυραμβικά σχόλια όλων. Το πιο σημαντικό όμως δεν ήταν οι διακρίσεις του, αλλά η κληρονομιά που άφησε για όλες τις επόμενες παραγωγές.
Μια τέτοια επιτυχία, όπως ήταν λογικό δεν μπορούσε να μείνει exclusive σε μια και μόνο κονσόλα και μπορεί ο ίδιος ο Mikami να είχε δηλώσει πως “[...] θα κάνω χαρακίρι αν κυκλοφορήσει σε άλλη πλατφόρμα”, το RE 4 βρήκε το δρόμο του στο PlayStation 2 αλλά και το PC. Την επόμενη χρονιά ήταν η σειρά του Nintendo DS για να φιλοξενήσει ένα “Resi” και αυτό ήταν το Resident Evil Deadly Silence (εν συντομία Resident Evil: DS) -ουσιαστικά μια μεταφορά του πρώτου τίτλου για το DS που συνέπιπτε με τη δέκατη επέτειο της σειράς. Οι κάτοχοι Nintendo Wii μπορούσαν και αυτοί να ζήσουν μια Resi εμπειρία μέσα από το Umbrella Chronicles. Εδώ τους δίνονταν η ευκαιρία να ζήσουν ορισμένες από τις πιο σημαντικές στιγμές της σειράς (από το Zero, 1 και 3) μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών, σε γρήγορη και απολαυστική on-rails shooting δράση. Οι fans δείχνουν να απόλαυσαν την διαδρομή και το Umbrella Chronicles κατάφερε πωλήσεις που ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο αντίτυπα.

Μετά από δυο χρόνια παύσης, η πολυαγαπημένη σειρά θα έκανε την επιστροφή της με τον νέο τίτλο της κύριας σειράς, το Resident Evil 5. Ο Chris Redfield επιστρέφει, πλέον ως μέλος της BSAA (Bioterrorism Security Assessment Aliance) και μια από τις αποστολές του τον φέρνει στη πόλη Kijuju, στην Αφρική, όπου με τη βοήθεια της συναδέρφου του, Sheva Alomar αναλαμβάνουν να συλλάβουν τον Ricardo Irving πριν πουλήσει ένα βιολογικό όπλο στη μαύρη αγορά. Με την άφιξή τους αντιλαμβάνονται πως οι κάτοικοι της πόλης έχουν μετατραπεί σε Majini, χάρη σε έναν παρασιτικό οργανισμό, όμοιο με τον Las Plagas. Πολύ σύντομα θα κάνουν και την εμφάνισή τους πρόσωπα από το παρελθόν, όπως η Jill Valentine και ο Albert Wesker. Η ιστορία έφερε τη δράση στο προσκήνιο, σε βάρος του survival horror στοιχείου, σε βαθμό μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν. Το gameplay ήταν σε μεγάλο βαθμό βασισμένο σε αυτό του προκατόχου του (RE 4) με context sensitive controls, QTE και την ίδια over-the-shoulder προοπτική. Αυτό που έκανε το campaign του τίτλου ακόμη περισσότερο απολαυστικό ήταν η δυνατότητα co-op που προσέφερε, σε ολόκληρη τη διάρκειά του. Το Resident Evil 5 απόλαυσε τα εγκωμιαστικά σχόλια της πλειοψηφίας του Τύπου που επαινούσε τον άρτιο τεχνικό του τομέα, τη δράση και το replay value. Οι πωλήσεις έσπασαν πολλά ρεκόρ, φτάνοντας τα 6 εκατομμύρια αντίτυπα, ωστόσο οι fans εμφανίζονταν διχασμένοι. Μια μεγάλη μερίδα του κοινού όμως επέκρινε τη Capcom για την στροφή στο action κομμάτι και την περιθωριοποίηση του survival horror, ενώ μια άλλη επικρότησε το γρήγορο και γεμάτο δράση gameplay. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αμφισβητήθηκε στιγμή η ποιότητα της παραγωγής.

Μετά τις περιπέτειες του Chris και τις Sheva, το The Darkside Chronicles κυκλοφόρησε για το Wii, στα μονοπάτια του Umbrella Chronicles, αντλώντας την θεματολογία του από τα RE2 και Code: Veronica. Στη συνέχεια η σειρά έκανε το ντεμπούτο της στο 3DS με το “The Mercenaries 3D”, το οποίο -όπως φανερώνει και ο τίτλος του- είναι ένας συνδυασμός του mode “Mercenaries” όπως αυτό εμφανίστηκε στα RE 4 & 5, με μέτριες κριτικές. Το 3DS φιλοξένησε και τον τελευταίο μέχρι στιγμής τίτλο της σειράς, το Resident Evil: Revelations. H Capcom αποφάσισε να κάνει την επιστροφή στις παλιές φόρμες, δίνοντας έμφαση στο survival horror κομμάτι, με τα περιορισμένα πυρομαχικά και την επίλυση γρίφων στο επίκεντρο. Η ιστορία εκτυλίσσεται ανάμεσα στα γεγονότα του τέταρτου και πέμπτου μέρους της σειράς και οι πρωταγωνιστές Chris Redfield και Jill Valentine μεταφέρονται στην Μεσόγειο θάλασσα, σε ένα τεχνητό νησί που έχει δεχθεί επίθεση από βιολογικά όπλα. Ο τύπος υποδέχθηκε με θετικά σχόλια την τελευταία αυτή κυκλοφορία, τονίζοντας τα όμορφα γραφικά και την ατμόσφαιρα του τίτλου, χωρίς να κρύβει όμως τις ενστάσεις του όσον αφορά τα αδύναμα σημεία στο σενάριο και την έλλειψη ποικιλίας στους εχθρούς.

Το Resident Evil αποτέλεσε και αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα από τα σημαντικότερα ονόματα στη βιομηχανία του gaming. Με την πρώτη του κυκλοφορία όρισε και εδραίωσε ένα ολόκληρο genre, θέτοντας τις βάσεις για όλους τους υπόλοιπους που ήθελαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι το γεγονός πως δεν έμεινε στάσιμο σαν σειρά και τελικά κατάφερε να επαναπροσδιορίσει όχι μόνο τον εαυτό του, όχι μόνο το genre του, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι του gaming γενικότερα. Gamers από διαφορετικές γενιές ταυτίστηκαν με τον ίδιο τρόπο με τους ήρωες του και η Raccoon City συζητήθηκε όσο λίγες πόλεις στον κόσμο, ακόμη κι αν είναι φανταστική. Η περιπέτεια που ξεκίνησε από μια μυστηριώδη έπαυλη υπήρξε πηγή έμπνευσης για ταινίες, κόμικς, νουβέλες, ραδιοφωνικές εκπομπές, φιγούρες και οτιδήποτε άλλο μπορεί κανείς να σκεφτεί. Το πιο σημαντικό είναι ότι πλέον ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ανθρώπων σκέφτεται κάτι τελείως διαφορετικό από το προφανές, όταν κάποιος αναφέρει τη λέξη... Umbrella.



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity