
Όλα ξεκίνησαν όταν η... Konami προσέλαβε τον Yoshiki Okamoto το 1982 στη θέση του δημιουργού (παρ'όλο που ο ίδιος δεν ήθελε να ασχοληθεί με αυτά). Στα δύο επόμενα χρόνια ο Okamoto δημιούργησε τα Time Pilot και Gyruss και αμέσως μετά ζήτησε αύξηση. Η απάντηση της Konami ήταν άμεση καθώς την επόμενη μέρα... απολύθηκε. Δεν έμεινε στην αφάνεια για πολύ όμως, αφού η Capcom κινήθηκε άμεσα για την απόκτησή του, αναθέτοντάς του το τμήμα έρευνας και ανάπτυξης. Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν, αφού πολύ σύντομα έκανε την εμφάνισή του το 1942, ένα από τα πιο γνωστά shooters της arcade εποχής, ωστόσο η Capcom ήθελε να κυκλοφορήσει ένα fighting game που θα έκανε τη διαφορά. Ο Okamoto λοιπόν ανέθεσε τη δουλειά στον Takashi Nishiyama και τον Hiroshi Matsumoto, μαζί με τον -τότε 22χρονο- πολλά υποσχόμενο γραφίστα... Keiji Inafune.
To concept της παραγωγής ήθελε τις μάχες να διεξάγονται ανάμεσα σε δύο αντιπάλους, με τον κάθε έναν να έχει τη δική του ιστορία και προσωπικότητα. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε ο κεντρικός χαρακτήρας Ryu, ο οποίος συμμετέχει σε ένα τουρνουά πολεμικών τεχνών που λαμβάνει χώρα σε πέντε χώρες, αντιμετωπίζοντας δέκα διαφορετικούς αντιπάλους. Το όνομα του πρωταγωνιστή είναι μια ιστορία... ματαιοδοξίας, αφού έτσι προφέρεται η πρώτη συλλαβή του ονόματος Takashi (Nishiyama). Οι παίκτες μπορούσαν να εκτελέσουν τρεις διαφορετικές επιθέσεις με γροθιές και κλοτσιές, ενώ ο συνδυασμός των εντολών καθιστούσε εφικτή την εκτέλεση τριών ειδικών κινήσεων. Αυτές δεν ήταν άλλες από τα -πλέον πασίγνωστα- Hadouken, Shoryuken και Tatsumaki Senpuukyaku. Επιπρόσθετα, ένας δεύτερος παίκτης μπορούσε να συμμετάσχει, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο του μεγαλύτερου αντιπάλου του Ryu, Ken.

Το Street Fighter κυκλοφόρησε το 1987 στα arcade cabinets της εποχής, ενώ η μετάβασή του στα συστήματα οικιακής ψυχαγωγίας έγινε μέσα από ports για τα Commodore 64, ZX Spectrum, Amstrad CPC, αλλά και MS-DOS, Atari ST και Amiga. Η αλήθεια είναι πως δε γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία σε καμία πλατφόρμα, ωστόσο το Street Fighter εισήγαγε ορισμένους από τους θεμελιώδεις μηχανισμούς gameplay για τα fighting games, όπως τα six-button controls και το σύστημα ειδικών εντολών για την επίτευξη ειδικών κινήσεων. Πολύ σύντομα ο Nishiyama -μαζί με τη πλειοψηφία των δημιουργών του Street Fighter- έφυγε από την Capcom και προσελήφθη από την SNK, όπου και συνέχισε να δημιουργεί fighting games. Εκεί δημιούργησε το ανεπίσημο sequel, Fatal Fury. Η ειρωνεία ήταν πως η πλειοψηφία του κοινού και των κριτικών το χαρακτήρισε ως κλώνο του Street Fighter, παρόλα αυτά συνέχισε τη δική του σειρά γνωρίζοντας σχετική επιτυχία.

Η πρώτη επίσημη προσπάθεια για sequel έγινε το 1989, με την αρχική ονομασία... Street Fighter '89. Για την ακρίβεια, οι δημιουργοί του ήθελαν να ξεκινήσουν ένα καινούριο franchise, αφού ο τίτλος ήταν ένα side-scrolling beat 'em up και όχι ένα fighting game. Το τμήμα πωλήσεων της Capcom, ωστόσο, επέμενε στην κυκλοφορία ενός καινούριου Street Fighter και έτσι απέκτησε το αρχικό του όνομα. Μόλις το Street Fighter '89 έκανε την εμφάνισή του στα arcade rooms οι αντιδράσεις ήταν έντονες -αν όχι αναμενόμενες- και έτσι ο τίτλος γρήγορα μετονομάστηκε σε... Final Fight. Έτσι λοιπόν το Street Fighter εξακολουθούσε να μην έχει κάποιο sequel. Οι ιθύνοντες της Capcom λοιπόν, απευθύνθηκαν ξανά στην ομάδα του Final Fight και τους ζήτησε (ξανά) τη δημιουργία ενός sequel για το SF.
Με τον Okamoto λοιπόν για άλλη μια φορά στο τιμόνι και τους Akria Nishitani και Akira Yasuda σαν βασικούς σχεδιαστές, το πραγματικό sequel του Street Fighter κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1991, με τον τίτλο Street Fighter II: The World Warrior.
Ακολουθώντας τον χειρισμό και τους κανόνες του προκατόχου του, συνέχισε με τους ίδιους μηχανισμούς gameplay, αλλά δεν περιορίστηκε μόνο εκεί. Το SF2 ήταν το πρώτο fighting game, το οποίο έδινε στους παίκτες την επιλογή 8 διαθέσιμων χαρακτήρων, ένα γνώρισμα που πρόσφερε πρωτόγνωρο βάθος και replay value για έναν arcade τίτλο. Ο κάθε χαρακτήρας είχε το προσωπικό του στυλ με τις δικές του κινήσεις (περίπου 30 για τον καθένα), ειδικές επιθέσεις αλλά και την προσθήκη των λαβών, ή αλλιώς throws. Παρά τις ενστάσεις του Okamoto, ο Ryu και ο Ken έκαναν την εμφάνισή τους, με τους άλλους 6 να συμπληρώνουν το καστ και τα στερεότυπα να είναι κάτι παραπάνω από προφανή. Το τελικό boss του πρώτου SF, ο Sagat έκανε την επιστροφή του σαν non-playable χαρακτήρας, αλλά δεν ήταν ο μόνος. Οι παίκτες έπρεπε να αντιμετωπίσουν άλλα τρία bosses, τους Balrog, Vega και M.Bison. Στην αρχική έκδοση του τίτλου, ο M.Bison ήταν ένας έγχρωμος πυγμάχος (σαφής αναφορά στον Mike Tyson). Μπορεί να μην υπήρχε κανένα πρόβλημα στην Ιαπωνία, ωστόσο οι δικηγόροι της Capcom εξέφρασαν τις ανησυχίες τους ότι σε περίπτωση κυκλοφορίας του SF2 στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ενδεχόμενο μήνυσης από πλευράς Tyson ήταν πολύ πιθανό. Η Capcom λοιπόν άλλαξε τις ονομασίες των bosses, με τον πυγμάχο να παίρνει το όνομα του Balrog.

Το μόνο που έμενε ήταν η υποδοχή του κοινού. Ο ίδιος ο Okamoto δήλωνε σίγουρος για την επιτυχία του τίτλου, ωστόσο ούτε αυτός δεν ήταν έτοιμος για τον αντίκτυπο του δημιουργήματός του. Το Street Fighter II έκανε θραύση από τη πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του, εξαφανίζοντας κάθε άλλο τίτλο στις προτιμήσεις του κοινού. Η δυνατότητα επιλογής χαρακτήρα έκανε όλη τη διαφορά, ανεβάζοντας τα επίπεδα της πρόκλησης πολύ ψηλά. Βέβαια, μπορεί οι μάχες των παικτών με την CPU να ήταν συναρπαστικές, οι μάχες όμως ανάμεσα στους ίδιους τους παίκτες έβαλαν φωτιά στα arcade rooms όλου του κόσμου και το Street Fighter II έγινε ένα από τα πρώτα παραδείγματα της δύναμης του multiplayer στη βιομηχανία των video games. Όπως ήταν απόλυτα λογικό, ο τίτλος έκανε τη μετάβασή με ports σε Super NES, Mega Drive, Atari ST, PC, Game Boy και σχεδόν κάθε διαθέσιμη πλατφόρμα της εποχής. H Capcom φυσικά αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την απήχηση που είχε στο κοινό, κυκλοφορώντας μια σειρά αναβαθμισμένων εκδόσεων.

Έτσι, το Street Fighter II - Champion Edition μετέτρεπε σε playable ήρωες τα τέσσερα bosses, ενώ το Street Fighter II - Hyper Fighting προσέφερε περισσότερη ταχύτητα στο gameplay και καινούριες τεχνικές. Εν συνεχεία, η τρίτη έκδοση, το Super Street Fighter II ήταν μια πλήρης αναμόρφωση, με καινούρια γραφικά, μουσική, καθώς και την προσθήκη τεσσάρων νέων playable ηρώων. Τέλος, το Super Street Fighter II Turbo επανέφερε την ταχύτητα του Hyper Fighting, καινούριες κινήσεις (τα Super Combos) και έναν κρυφό χαρακτήρα, τον Akuma. Οι πωλήσεις ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Οι δύο πρώτες εκδόσεις κατάφεραν να φτάσουν τα 200.000 cabinets μόνο στην Ιαπωνία, ενώ στο Super NES οι συνολικές πωλήσεις ξεπέρασαν τα 12 εκατομμύρια αντίτυπα. Μέχρι το 1993 η Capcom είχε αποκομίσει 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια από το SF2 (2,32 δισεκατομμύρια σε παρούσα αξία) και μέχρι σήμερα παραμένει ο πιο επιτυχημένος τίτλος στην ιστορία της. Το Street Fighter ήταν πλέον ένα franchise δισεκατομμυρίων. Από τα arcade cabinets και τα συστήματα οικιακής ψυχαγωγίας, πέρασε στη μεγάλη οθόνη (με όχι και τόσο καλές κριτικές), με τον Jean-Claude Van Damme στο ρόλο του Guile και τον Raul Julia στον τελευταίο ρόλο της καριέρας του ως M.Bison. Από εκεί απέκτησε τη δική του σειρά κινουμένων σχεδίων, φιγούρες, ακόμα και ένα παιχνίδι με συλλεκτικές κάρτες. H Capcom έφερε την επανάσταση.

Ωστόσο αυτή ήταν μια επανάσταση την οποία η ίδια δε φαινόταν πως ήθελε τόσο πολύ να ακολουθήσει. Ο ανταγωνισμός δεν άργησε να κινητοποιηθεί και σύντομα οι προτάσεις του άρχισαν να δελεάζουν το κοινό. Η υπέρμετρη βία του Mortal Kombat εντυπωσίασε, ενώ τα δειλά βήματα στις τρεις διαστάσεις των Virtua Fighter, Tekken, Soul Edge και Soul Calibur βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση. Η στασιμότητα της Capcom σε ένα περιβάλλον, όπου η ζήτηση επέβαλλε την ταχύτερη κυκλοφορία τίτλων σε μικρότερο χρονικό διάστημα, ανάγκασε σχεδόν τη μισή ομάδα του SF2 να παραιτηθεί και να... μετακομίσει στην SNK. O ίδιος ο Okamoto αισθάνθηκε πως δεν είχε να προσφέρει κάτι παραπάνω και αποσύρθηκε, ούτως ώστε να δουλέψει πάνω στη σειρά Mega Man. Τα ηνία αναλαμβάνει ο Norikata Funamizu και το Street Fighter Alpha: Warriors' Dreams είναι γεγονός. Η κυκλοφορία του στην αρχή είναι μόνο σε arcade cabinet, ενώ μέχρι το τέλος του 1995 κάνει τη μετάβασή του και στο Sony PlayStation. Το πρώτο πράγμα που μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει είναι η ομοιότητα του Alpha με το Darkstalkers, της ίδιας εταιρείας. Πράγματι, η καλλιτεχνική προσέγγιση πλησίαζε αρκετά αυτή που χρησιμοποιήθηκε στο Darkstalkers, αλλά και το X-Men: Children of the Atom, ενώ την εμφάνισή τους έκανε και το σύστημα Super Combo, μαζί με τα Alpha Counters και Chain Combos (τεχνικές του Darkstalkers), προσθέτοντας ακόμη μεγαλύτερο βάθος στο gameplay - με την δράση να παραμένει πάντα 2D.
Αυτό που προσέφερε το Alpha ήταν -αρχικά- μια συνέχεια στην ιστορία της σειράς, αφού τοποθετούνταν χρονικά ανάμεσα στους δύο πρώτους τίτλους. Ένα καινούριο, μυστικό mode ήταν το Dramatic Battle, το οποίο επέτρεπε σε δύο παίκτες (ως Ryu και Ken) να επιδοθούν σε μάχες ενάντια στον M.Bison. Το cast περιελάμβανε αρκετούς από τους χαρακτήρες των δύο πρώτων τίτλων, ενώ το Alpha ήταν και ο πρώτος τίτλος της Capcom που θα περιελάμβανε crossovers σειρών της, αφού οι παίκτες μπορούσαν να παίξουν ως Cody, Guy ή Sodom (από το Final Fight). Τέλος, εδώ έκανε την πρώτη του εμφάνιση ένας χαρακτήρας που ξεκίνησε σαν διακωμώδηση των προσπαθειών της της SNK, αλλά τελικά έγινε ένας από τους πλέον αγαπημένους του κοινού, ο Dan Hibiki.
Η επιτυχία ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει την κυκλοφορία του Street Fighter: Alpha 2 την αμέσως επόμενη χρονιά. Η αλήθεια είναι πως το Alpha 2 ήταν περισσότερο ένα remake παρά sequel, αφού η πλειοψηφία των μηχανισμών διατηρήθηκαν αυτούσιοι, με μοναδική εξαίρεση την εγκατάλειψη των Super Combos προς χάριν των Custom Combos, όπου οι παίκτες μπορούσαν να συνδυάσουν επιθέσεις της επιλογής τους. Οι δεκατρείς μαχητές του Alpha επιστρέφουν, με την προσθήκη πέντε ακόμα, ανάμεσά τους και της πρωτοεμφανιζόμενης Sakura. Τα δύο Alpha έτυχαν θερμότατης υποδοχής από τους fans, παραμένοντας πιστά στην -πλέον- κλασσική φόρμουλα, ενσωματώνοντας όμως νέα στοιχεία που ανανέωναν το gameplay. Οι τρεις διαστάσεις όμως κέρδιζαν ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι των fans και η Capcom δεν ήθελε να μείνει με τα χέρια σταυρωμένα.

Έτσι λοιπόν στράφηκε σε έναν εκ των σχεδιαστών του SF 2, τον Akira Nishitani και την νεοσυσταθείσα εταιρεία του, Arika (αναγραμματισμός του Akira), για τη συν-δημιουργία ενός τέτοιου τίτλου. Το αποτέλεσμα ήταν το Street Fighter EX. Η αλήθεια είναι πως το πέρασμα στις τρεις διαστάσεις δεν ήταν αυτό που οι δημιουργοί του είχαν κατά νου αφού το SF EX δεν έλαβε την καλύτερη αντιμετώπιση από κοινό και κριτικούς. Μπορεί το gameplay να ήταν ρευστό και γρήγορο, οι προσθήκες όμως των Super Combo cancels και Guard Breaking επιθέσεων δεν άφησαν θετικές εντυπώσεις. Η ιστορία ήταν πρακτικά ανύπαρκτη, ενώ οι νέοι χαρακτήρες παντελώς αδιάφοροι. Οι δύο επανεκδόσεις, EX Plus και EX Plus Alpha πέρασαν πρακτικά απαρατήρητες. Παρόλα αυτά, ο τίτλος είδε δύο sequels, το EX 2 που κυκλοφόρησε το 1998 και το ΕΧ 3, που ήταν ένας από τους πρώτους τίτλους για το PlayStation 2, επίσης χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Για αυτούς τους λόγους, η Capcom αποφάσισε να δώσει μια καινούρια πνοή στη σειρά. Έτσι, ανέθεσε στον Tomoshi Sadamoto την ουσιαστική επανεκκίνηση του franchise. H πρώτη απόφαση ήταν δραστική και αυτή δεν ήταν άλλη από την αφαίρεση όλων των χαρακτήρων. Βέβαια, όταν αυτή η είδηση έγινε γνωστή, οι αντιδράσεις των fans ήταν τόσο έντονες που ανάγκασε τους δημιουργούς να ξανασκεφτούν αυτήν τους την απόφαση και να επαναφέρουν τους Ryu και Ken.

Το Street Fighter III: New Generation έκανε την εμφάνισή του τον Φεβρουάριο του 1997 και κατάφερε να τραβήξει τα βλέμματα όλων, όχι όμως και εγκωμιαστικά σχόλια. Πράγματι, οι μοναδικοί αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ήταν το δίδυμο Ryu και Ken, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο όμως να αναλαμβάνει o Alex, ένας Αμερικάνος παλαιστής. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είχαν αρκετές ομοιότητες με τους παλιότερους της σειράς, δεν άφηναν όμως την ίδια αίσθηση στους παίκτες. Οι Super Arts ήταν ουσιαστικά μια μετονομασία των Super κινήσεων, ωστόσο το SF 3 εισήγαγε έναν μηχανισμό που μετέπειτα το καθιέρωσε ως fan favorite στα διάφορα τουρνουά, το parry. Με το parry, οι παίκτες μπορούσαν να αποκρούσουν κάθε επίθεση του αντιπάλου (αν μπορούσαν να συγχρονίσουν την άμυνά τους), κερδίζοντας και ένα μικρό χρονικό περιθώριο ούτως ώστε να εξαπολύσουν σφοδρές αντεπιθέσεις. Το gameplay θεωρήθηκε από πολλούς ως αργό και περιοριστικό, ιδίως με την αδυναμία της ακύρωσης των επιθέσεων (ούτως ώστε να ευνοούνται τα combos). Οκτώ μήνες μετά, η Capcom κυκλοφόρησε μια ανανεωμένη έκδοση, με την ονομασία Street Fighter III: 2nd Impact. Οι διαφορές του με το New Generation επικεντρώνονταν σε ορισμένες παρεμβάσεις στο gameplay και την προσθήκη δύο νέων χαρακτήρων. Το μόνο σύστημα οικιακής ψυχαγωγίας που διέθετε το 2nd Impact αλλά και το New Generation στη συλλογή του ήταν το SEGA Dreamcast, με την συλλογή Double Impact.
Το SF 3 δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και σε συνδυασμό με τη κακή πορεία του EX, κάποια κίνηση έπρεπε να γίνει άμεσα. Η απάντησή της ήταν ένα βήμα... προς τα πίσω. Ο Funamiza επέστρεψε στη σειρά και το Street Fighter Alpha 3 ήταν γεγονός. Όλοι οι μαχητές των SF 2, Αlpha και Alpha 2 κάνουν την επιστροφή τους (με κανέναν από αυτούς του 3), εκτινάσσοντας το roster στους 35 χαρακτήρες. Όλοι οι μηχανισμοί του Alpha ήταν και πάλι παρόντες, με την εισαγωγή ενός νέου συστήματος άμυνας, φέρνοντας ξανά το χαμόγελο στα χείλη των fans. H επιτυχία του Alpha 3 ήταν αναμενόμενη, δίνοντας μια ανάσα στη σειρά. Παρόλα αυτά, η Capcom ήθελε να επιστρέψει στο SF 3 και έτσι την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε το Street Fighter III 3rd Strike: Fight for the Future. Οι πολυάριθμες αλλαγές στο gameplay και η προσθήκη νέων χαρακτήρων, με την επιστροφή της Chun-Li, χαρακτηρίζουν το 3rd Strike ως την πληρέστερη έκδοση του τίτλου και μια από τις δημοφιλέστερες επιλογές στα τουρνουά, ωστόσο δε κατάφερε να κερδίσει την πλειοψηφία των παικτών.
Έτσι λοιπόν, η δεκαετία δεν έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο για τη σειρά, χωρίς να υπάρχουν σημάδια επιστροφής της. Τα fighting games όμως είχαν πλέον καθιερωθεί στη συνείδηση του κοινού και οι gamers ήθελαν συνεχώς καινούριο περιεχόμενο. Οι χαρακτήρες του Street Fighter έκαναν τις εμφανίσεις του σε μια σειρά τίτλων όπως τα X-Men vs Street Fighter, Marvel vs Capcom και Tatsunoko vs Capcom, αλλά όχι σε κάποιο καθαρόαιμο και νέο Street Fighter. Όλα έδειχναν πως η σειρά είχε τελειώσει οριστικά. Άλλωστε ολόκληρη η ομάδα πίσω από την δημιουργία των Street Fighter και Street Fighter 2 αποτελούσαν παρελθόν για την Capcom. Όλοι εκτός από έναν. Ο Keiji Inafune, σχεδιαστής των χαρακτήρων του πρώτου Street Fighter ήταν πλέον υπεύθυνος του τμήματος R&D της Capcom και δημιουργός ορισμένων από τους πιο επιτυχημένους τίτλους της. Ένας από αυτούς ήταν το Onimusha, με το τελευταίο μέρος του να έχει ως παραγωγό τον Yoshinori Ono, έναν φανατικό οπαδό της σειράς Street Fighter. O Ono έκανε γνωστή την αγάπη του για τη σειρά και το ενδιαφέρον του για έναν καινούριο τίτλο... και ο Inafune δέχτηκε.

Το Street Fighter IV ανακοινώθηκε στις 17 Οκτωβρίου του 2007, δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του ΙΙΙ, σε ένα Capcom Gamers Day event, στο Λονδίνο. Από τη πρώτη στιγμή έγινε σαφές πως ο τίτλος θα είναι ένα sequel του II (και πιο συγκεκριμένα του Super Street Fighter II Turbo), με την επιστροφή ολόκληρου του αρχικού καστ, τεσσάρων νέων χαρακτήρων και την πλοκή να τοποθετείται ανάμεσα στα Street Fighter II και III. To gameplay παρέμεινε στις δύο διαστάσεις, με έντονα cel-shaded 3D γραφικά, ενώ τα Super Combos έκαναν την επιστροφή τους, με την προσθήκη των focus αντεπιθέσεων και των Ultra Combos. To Street Fighter IV έκανε την εμφάνισή του στα arcade rooms το καλοκαίρι του 2008 και έλαβε τις θερμότερες των υποδοχών, απολαμβάνοντας τα διθυραμβικά σχόλια κοινού και κριτικών. Η επιστροφή στις κλασσικές φόρμες με ουσιώδεις βελτιώσεις που προσέδιδαν πρωτόγνωρο βάθος, χωρίς όμως να θυσιάζεται ο χαρακτήρας του τίτλου το καθιέρωσαν από τη πρώτη στιγμή σαν ένα instant classic. Όπως ήταν φυσικό, o τίτλος κυκλοφόρησε και για PlayStation 3, Xbox 360 και PC, ενώ τον Μάρτιο του 2010 το SF IV έγινε διαθέσιμο και για iOS. Η Capcom έκανε τη μεγάλη επιστροφή και επανέφερε για τα καλά το όνομα Street Fighter στο χάρτη των fighting games.

Τον Απρίλιο του 2010 κυκλοφόρησε το Super Street Fighter IV, μια αναβαθμισμένη έκδοση του προκατόχου του, με την προσθήκη δέκα επιπλέον χαρακτήρων (φτάνοντας συνολικά τους 35), καινούριων modes, αλλά και με πολλές διορθώσεις/αλλαγές στο gameplay και το ρεπερτόριο κινήσεων των μαχητών. Τέλος, μια ακόμα επανέκδοση έκανε την εμφάνισή της το καλοκαίρι του 2011, με τον τίτλο Arcade Edition και την προσθήκη επιπλέον χαρακτήρων και μικροβελτιώσεις στο gameplay. Μετά από δεκαπέντε χρόνια και δεκάδες τίτλους που εκτείνονται σχεδόν σε κάθε διαθέσιμη πλατφόρμα που κυκλοφόρησε από τότε, τα πράγματα που θα μπορούσαν να ειπωθούν για το Street Fighter μπορούν με μια απλή αναφορά και μόνο να γεμίσουν δεκάδες σελίδες. Το όνομά του έγινε συνώνυμο ενός ολόκληρου genre, ενώ η κυκλοφορία του δεν επηρέασε μόνο την gaming βιομηχανία, αλλά τις ζωές και την κουλτούρα ολόκληρων γενεών. Το Street Fighter έθεσε τις βάσεις για μια σειρά τίτλων, δημιουργώντας τη δική του σχολή και δείχνοντας τον δρόμο για όλους τους υπόλοιπους να ακολουθήσουν.

Η επιτυχία που σημείωσε στα arcade rooms της εποχής ήταν το πρώτο σημάδι της άνθησης αλλά και της αποδοχής που θα γνώριζαν τα video games στα επόμενα χρόνια. Οι μονομαχίες των παικτών στις αρένες του SF 2 ήταν ο πρόγονος ολόκληρης της σύγχρονης multiplayer φιλοσοφίας, η οποία στις μέρες μας αποτελεί ίσως το σημαντικότερο συστατικό κάθε σύγχρονης παραγωγής. Τραγούδια, ταινίες, σειρές, κινούμενα σχέδια, ακόμα και ονόματα συγκροτημάτων. Στις μέρες μπορούμε να βρούμε ένα κομμάτι του Street Fighter παντού. Κάθε φορά όμως που ψάχνουμε κάποιον αντίπαλο για να δοκιμάσουμε τις ικανότητές μας και να ανταγωνιστούμε με ανθρώπους απ' όλο τον κόσμο -σε οποιοδήποτε ψηφιακό... πεδίο μάχης κι αν βρεθούμε- θα πρέπει να θυμόμαστε πως όλα αυτά γίνονται χάρη σε έναν μοναχικό μαχητή και τη χαρακτηριστική λευκή στολή του...



Καταπληκτικό άρθρο, congrats
Φίλε 100000 μπράβο...Είμαι τεράστιος φάν Των Fighting και ιδιαίτερα της σειράς...Έχοντας μια συλλογή όλων των βιντεοπαιχνιδιών που κυκλοφόρησαν,περιοδικών,ταινίας,κινουμένων σχεδίων,φιγούρες,αγάλματα,Fightsticks,κάρτες SF κλπ και το γούσταρα τρελά το άρθρο σου... Αναμένω με ανυπομονησ'ια το επερχόμενο SFXTekken
εαν και δν ειμαι φιλος των fighting game(Εξαιρεση αποτελει το τελευταιο Mortal Kombat) οπως ολοι μας εχουμε ασχοληθει καποια στιγμη με το universe του SF....Δεν νομιζω να υπαρχει ανθρωπος στον πλανητη που να μην ξερει τον Ryu ή τον Ken ή επισης να μν εχει ακουσει χαρακτηριστικες φρασεις οπως shoryuken και hadouken.....
Ενα μπραβο στον Κωνσταντινο για το υπεροχο αφιερωμα του...
Περα απο reviews/news κτλ που βρισκει κανεις σε πολλα site ειναι σημαντικο να υπαρχουν αφιερωματα τετοιου ειδους στην Ελληνικη γλωσσα. H συγκεκριμενη επιλογη ειναι παρα πολυ ευστοχη. Το διαβασα ευχαριστα εμαθα πραγματα που δεν γνωριζα, εφερα αναμνησεις πισω κτλ. Μπραβο στον Κωστα και στο enternity για την επιλογη αυτη.
Για το παιχνιδι τι να πω
ROUND ONE..... FIGHT!
Πολύ καλό άρθρο. Πλούσιο, πολύ πληροφορία, ωραία ανάγνωση. Ευχαριστήθηκα! :p
Σπανίζουν στις ελληνικές ιστοσελίδες τέτοια αφιερώματα.
φανταστικο τεραστιο αρθρο..τι να πεις για αυτη την σειρα..ποσα 50δραχμα και 100σταρικα εχουμε ριξει..περιουσια ολοκληρη..ryu..
φοβερο αθρο κωσταρε !! τι μου θυμισες τωρα ειδηκα στην amiga 500 οι 4 δισκετες απο το game ειχαν χαλασει απο πολυ την χρηση....Αλες εποχιες