-“What I do best.”
Οι δύο αυτές γραμμές διαλόγου συνοψίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την συνέχεια του απρόσμενα καλού Taken, της ταινίας δράσης του 2009 που καθιέρωσε τον Liam Neeson ως συνταξιούχο αλλά άκρως αποτελεσματικό action hero. Ο “Bryan Mills” συνδύαζε τις άριστες επιδόσεις στις πολεμικές τέχνες και στον χειρισμό όπλων με τη δυνατότητα διαχείρισης οποιασδήποτε δύσκολης κατάστασης, όπως αυτή προέκυψε από την προϋπηρεσία του ως υπερ-πράκτορας της CIA.
Τότε, κεντρικό theme ήταν η αναζήτηση της απαχθείσας κόρης και η ισοπέδωση ολόκληρου του Παρισιού προκειμένου να βρεθεί και να τιμωρηθούν οι απαγωγείς της. Τώρα, το σκηνικό μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη και η κόρη (Maggie Grace) είναι η μοναδική που γλιτώνει από τον νέο κύκλο απαγωγών. Θύματα της εκδίκησης των μαστροπών είναι ο ίδιος ο Mills και η γυναίκα του (Famke Janssen). Όπως είναι εύκολο να μαντέψει κανείς, ο Mills είναι σε θέση να καθοδηγήσει την κόρη του στο σημείο που βρίσκεται αιχμάλωτος χρησιμοποιώντας τις ανυπέρβλητες ιχνηλατικές του ικανότητες και τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους.
Η πρώτη σκέψη που θα κάνουν οι θεατές είναι ότι επιτέλους σε μία ταινία υπάρχουν συνέπειες για τους μαζικούς απεικονιζόμενους θανάτους «κακών», άσχετα αν εκείνοι δεν ξέφευγαν από τα όρια της καρικατούρας, ούτε στο πρωτότυπο, ούτε στο sequel. Η πρώτη σκηνή της ταινίας είναι η μαζική κηδεία των θυμάτων του Mills από το Taken. Έτσι, οι ρόλοι αντιστρέφονται, αφού η οργή μεταβαίνει στο στρατόπεδο των κακών και υπονοείται μία διάθεση για αμφισβήτηση των πράξεων του Mills. Ναι, αντιμετώπιζε εγκληματίες για να σώσει την κόρη του, αλλά όλοι όσοι σκότωσε «είχαν οικογένειες» σύμφωνα με τον Murad Krasniqi (Rade Serbedzija), αρχηγό του σχετικού κυκλώματος και πατέρα ενός εκ των αποθανόντων μαστροπών.
Όπως βέβαια αναμενόταν από την δομή του πρώτου Taken, τα όποια φιλοσοφικά ερωτήματα εγείρονται σχετικά με την δικαιολόγηση των πράξεων του Mills δεν αναπτύσσονται διεξοδικά, αφού προέχει το ξύλο και η σχεδόν κωμική επίδειξη των ικανοτήτων του Mills, που μπορεί, εκτός όλων των άλλων, να προσανατολιστεί με βάση τον ήχο της έκρηξης μιας χειροβομβίδας. Ο πάντα επιβλητικός Neeson ενσαρκώνει το σχετικό ρόλο το ίδιο πειστικά με πριν, ακτινοβολώντας αδιάλειπτα την αίσθηση ότι «το έχει», ακόμη κι όταν η κατάσταση φαντάζει απελπιστική.
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με πριν είναι η μεταστροφή του ρόλου της Grace, η οποία μπορεί να φοράει και πάλι το χαρακτηριστικό τρομαγμένο ύφος της σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, όμως τώρα έχει αναλάβει προσωρινά το ρόλο του διασώστη, υπό τις οδηγίες του μπαμπά φυσικά. Η σκηνή της καταδίωξης όπου οδηγάει σαν τον Ken Block χωρίς να έχει πάρει το δίπλωμα προκαλεί ένα ελαφρύ μειδίαμα, αλλά είναι και αυτή καλογυρισμένη -όπως και όλη η ταινία- και εν τέλει δεν ξεφεύγει από το όλο ανάλαφρο πνεύμα.
Η μεταφορά των γεγονότων στην Κωνσταντινούπολη είναι επιτυχημένη, αφού παρέχεται ένα πιο ιδιαίτερο αισθητικά υπόβαθρο για τη δράση σε σχέση με το Παρίσι, ενώ τα σοκάκια και οι οροφές των κτιρίων της Πόλης μοιάζουν να είναι ειδικά φτιαγμένα για καταδιώξεις. Όσο για τις αναμετρήσεις σώμα με σώμα και τις ανταλλαγές πυροβολισμών των άτυχων κακοποιών με τον Mills, είναι και πάλι γυρισμένες με έναν συνδυασμό φαντασίας και βιαιότητας που ικανοποιεί, αν και παραμένουν τα γρηγορότερα από όσο θα θέλαμε κοψίματα, που αυξάνουν μεν την ταχύτητα του ρυθμού, αλλά δεν επιτρέπουν στην χορογραφία της δράσης να αναδειχθεί όσο θα μπορούσε.
Η μεταφορά του κινήτρου στην άλλη πλευρά αφήνει και αυτή το στίγμα της, αφού καθιστά τους κακοποιούς πιο επικίνδυνους, ενώ μας επιτρέπει να δούμε τον Mills στην πρωτόγνωρη κατάσταση του κυνηγημένου, τουλάχιστον για το πρώτο μισό της ταινίας. Έτσι, μπορεί να μην δημιουργείται η αίσθηση ικανοποίησης μετά την εξουδετέρωση κάθε εχθρού στο βαθμό που αυτό συνέβαινε πριν, όμως οι σκοτωμοί αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο. Αν είχε δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στην προσωπικότητα και των υπόλοιπων εχθρών πέραν του Murad, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να ξεφύγει από τον χαρακτηρισμό της καλογυρισμένης, αλλά τυπικής ταινίας δράσης, όμως δεν περιμέναμε κάτι περισσότερο σε αυτό τον τομέα με βάση την δομή του πρωτότυπου.
TRAILER
Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για την ίδια περίπου ταινία σε άλλο υπόβαθρο, με μικρές μόνο τροποποιήσεις στην αρχική, επιτυχημένη φόρμουλα. Το μόνο στοιχείο που λειτουργεί ενάντια στο Taken 2 είναι η έλλειψη του παράγοντα της έκπληξης που είχε προκαλέσει το Taken σε ό,τι αφορά την καταλληλότητα του Liam Neeson σε ρόλο συνταξιούχου Bourne, ενώ δεν πρόκειται να δείτε κάποια σκηνή τόσο χαρακτηριστική και αξιομνημόνευτη όσο ο τηλεφωνικός διάλογος του Mills με τον κακοποιό στην πρώτη ταινία. Από εκεί και πέρα όμως, θα δείτε ό,τι περιμένετε, όπως το περιμένετε και -στη συγκεκριμένη περίπτωση- δεν πρόκειται για κάτι το μεμπτό.



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity