
Την υπόθεση ανέλαβε ο διάσημος επιθεωρητής Nicholas Legrand που είχε σχεδόν συλλάβει τον κλέφτη στο παρελθόν, πριν αυτός θεωρηθεί νεκρός. Το ζευγάρι του πετραδιού, λοιπόν, μεταφέρεται με άκρα μυστικότητα μέσω τρένου στη Βενετία και από εκεί στο Κάιρο για μια έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο Zellner αναλαμβάνει να βοηθήσει στη μεταφορά όσο το τρένο περνά από τις Ελβετικές Άλπεις, αλλά βλέποντας πως πρόκειται για την περιπέτεια της ζωής του μπλέκεται βαθιά στην υπόθεση. Η υπόθεση του Legacy of a Master Thief είναι ένας φόρος τιμής στις κλασσικές αστυνομικές ιστορίες της A. Christie, του G. K. Chesterton, του A. C. Doyle και του M. Leblanc. Ο κεντρικός χαρακτήρας, εμφανισιακά, είναι ένα αντίγραφο του Ηρακλή Πουαρό - μεσήλικας, με κιλάκια, καραφλίτσα και άψογα ψαλιδισμένο γυριστό μουστάκι αλλά χωρίς την πονηριά του πρωτότυπου. Αποδίδεται περισσότερο σαν τον καλοκάγαθο παππούλη που βρίσκει απόλαυση στις αστυνομικές ιστορίες και τις καραμέλες γάλακτος, αλλά κρυφός του πόθος είναι να λύσει ένα πραγματικό αστυνομικό μυστήριο. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες κυμαίνονται και αυτοί στα πλαίσια του στερεότυπου: ο δαιμόνιος, ασυγκράτητος αστυνόμος, ο ανόητος βοηθός του, η γηραιά υπερεπιτυχημένη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, η κακομαθημένη κόμισσα με το μπάτλερ της, ο συνεσταλμένος καθηγητής και αρκετοί άλλοι είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι και, για αυτό, οικείοι.

Σηκώνοντας το καπάκι όμως, τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά. Καταρχάς τα επεισόδια είναι και άνισα και ανόμοια μεταξύ τους. Το πρώτο μέρος κυλά σαν ένα κλασσικό τρισδιάστατο adventure, με μικρό βαθμό δυσκολίας, συμπαθητικό σενάριο και διαλόγους αλλά σε τελική ανάλυση ευχάριστα. Το δεύτερο μέρος αλλάζει σημαντικά προσέγγιση, με τους γρίφους να καταλαμβάνουν όλο και λιγότερο χώρο και χρόνο και τη διάρκεια να μοιράζεται ανάμεσα σε cutscenes και διαλόγους, ακολουθώντας τις γραμμές μιας interactive movie. Το τρίτο μέρος μετατρέπεται πλήρως σε interactive movie, με τους γρίφους να έχουν ξεπέσει στο επίπεδο της απλής αλληλεπίδρασης. Συχνά υπάρχουν μόνο μία ή δύο διαθέσιμες ενέργειες, ενώ οι πληροφορίες που δίνονται είναι άφθονες. Το χειρότερο είναι πως ενώ έχουν ενσωματωθεί καταστάσεις που θα έδιναν ενδιαφέροντα puzzles, οι μηχανισμοί και οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν είναι οι ελάχιστες και απλούστερες δυνατές.

Σε έναν γρίφο του πρώτου μέρους ο παίκτης αρκεί να διαβάσει το... βιβλίο οδηγιών για να ανοίξουν τα δύο κατάλληλα interaction points και να συνδυάσει δύο χημικά, ενώ στο τρίτο μέρος ένας κώδικας χρηματοκιβωτίου σπάει απλά μιλώντας στους διάφορους χαρακτήρες και ο παίκτης το ανοίγει με ένα απλό κλικ. Με λίγα λόγια, ούτε λόγος να γίνεται για ποιότητα gameplay, γρίφων ή έστω συνοχής. Όλο το βάρος έχει πέσει στο να μπορεί ο παίκτης να παρακολουθήσει απρόσκοπτα την αφήγηση, και αυτό γίνεται εμφανές ακόμα και με την υλοποίηση του hint system και του highlight tool. Ο παίκτης δαπανά adventure points κάθε φορά που χρησιμοποιεί αυτά τα εργαλεία, που συνήθως δίνουν έτοιμη την απάντηση και αν δεν το κάνουν οι πόντοι είναι τόσο άφθονοι που πολύ δύσκολα θα τελειώσουν.
Αυτό θα ήταν συγχωρητέο αν, τουλάχιστον, η αφήγηση και η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά καλές. Δυστυχώς συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το πρώτο επεισόδιο κυλά σχετικά ευχάριστα συστήνοντάς τον παίκτη στους διάφορους χαρακτήρες αλλά χωρίς να προσφέρει και ιδιαίτερες συγκινήσεις πέρα από μια ανάλαφρη ιστορία (υπερβολικά κλασσικού) μυστηρίου. Στο δεύτερο μέρος, παραδόξως, έρχεται η κορύφωση, όπου με flashback ο παίκτης μεταφέρεται στην αρχή της ιστορίας για να περάσει τα ίδια περιστατικά μέσα από την οπτική άλλων χαρακτήρων. Σε συνδυασμό με την παιδική δυσκολία, αυτό αποβαίνει καταστροφικό. Στο τρίτο μέρος, υποτίθεται το πιο ανατρεπτικό και αγωνιώδες, τα flashbacks συνεχίζονται μέχρι τη στιγμή της κορύφωσης και το -δυστυχώς- αστείο φινάλε.

Οι συγγραφείς της King Art αποτυγχάνουν παταγωδώς όχι μόνο να δημιουργήσουν ένα ενδιαφέρον αστυνομικό μυστήριο εποχής αλλά και να μιμηθούν στοιχειωδώς το ύφος και τα χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης περιόδου ενός λογοτεχνικού είδους. Η γραφή είναι πλαδαρή, η αφήγηση αφόρητα πληκτική και άνευρη, οι διάλογοι απλά επαρκείς και ταιριαστοί στους χαρακτήρες, ενώ οι ελάχιστες στιγμές που δίνεται (αναξιοποίητο) βάθος σε κάποιο πρόσωπο μένουν αναξιοποίητες. Οι δε ανατροπές (με την κυριότερη να είναι το μεγαλύτερο κλισέ) δεν έχουν ιδιαίτερο αντίκτυπο, οι τρύπες είναι αρκετές, ενώ ειδικά το φινάλε είναι για γέλια. Το ότι ο παίκτης περνά από τις ίδιες περιοχές κάνοντας διαφορετικά πράγματα δεν προσφέρει τα αναμενόμενα επειδή το αποτέλεσμα είναι γνωστό από πριν και κατά συνέπεια η διαδικασία είναι πληκτική. Το στοιχείο της έκπληξης απουσιάζει, πέρα από κάποιες αποκαλύψεις εξ ουρανού. Μόνο θετικό του σεναρίου το ότι είναι εύπεπτο και ανάλαφρο, κατάλληλο να περάσει κανείς μερικές αβασάνιστες ώρες.

Στον τεχνικό τομέα, η μετάβαση στις τρεις διαστάσεις κόστισε στην King Art. Η ατμόσφαιρα, χωρίς να είναι ιδιαίτερα μυστηριώδης, είναι ευχάριστη και φωτεινή. Τα χρώματα και τα σκηνικά αντιγράφουν σωστά αλλά όχι ιδιαίτερα ευρηματικά την εποχή, και η εμφάνιση των χαρακτήρων απεικονίζει με ακρίβεια το ποιόν τους - ο παίκτης θα αναγνωρίσει με μια ματιά τα θετικά, τα αρνητικά, τα ανάλαφρα και τα δυσάρεστα πρόσωπα. Το μεγάλο πρόβλημα υπάρχει όμως στο χειρισμό και στη σήμανση των αντικειμένων, που μόνο απαράδεκτη μπορεί να χαρακτηριστεί. Το pixel hunting είναι πανταχού παρόν, ακόμα και περνώντας τον κέρσορα πολλές φορές πάνω από το σωστό σημείο δε θα εμφανιστεί η αντίστοιχη ένδειξη, ενώ η χρήση του highlight tool είναι μερικές φορές μονόδρομος. Η δεύτερη πηγή εκνευρισμού είναι το animation. Χωρίς καμία δόση υπερβολής, ο χρόνος μετακίνησης από το ένα σημείο στο άλλο διπλασιάζεται επειδή ο χαρακτήρας περιστρέφεται, μπερδεύεται, κολλάει ή βηματίζει άσκοπα. Το φαινόμενο είναι τόσο συχνό και ενοχλητικό που προκαλεί αγανάκτηση, όσο αστείο και αν είναι μερικές φορές. Μόνο σαφές σημείο υπεροχής η όμορφη μουσική και τα σωστά voice overs, με ταιριαστές χροιές και ηθοποιία.

Καταλήγοντας, το The Raven: Legacy of a Master Thief είναι μια αποτυχημένη κυκλοφορία. Το πόσο άξιζε ή όχι η αγορά του δυστυχώς αποδεικνύεται εκ των υστέρων, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν άρεσε σε κάποιον το σενάριο ή όχι, ένα θέμα καθαρά προσωπικό. Η αλήθεια είναι πως όποιος θέλει να παρακολουθήσει μια ανάλαφρη, εύπεπτη αστυνομική ιστορία στο πνεύμα του "ποιός το έκανε" ίσως μείνει ικανοποιημένος, αν και ούτε κατά διάνοια η τελική ποιότητα δε φτάνει τα πρωτότυπα - κατά τη γνώμη του γράφοντα ούτε καν τα θυμίζει επειδή δανείζεται απλά το περίγραμμα. Πέρα από αυτό, τα τρία επεισόδια είναι παραπλανητικά ανόμοια και κατά συνέπεια σαν adventure είναι κάτω του μετρίου ενώ σαν interactive movie λειτουργεί. Τεχνικά, υπάρχουν σαφή προβλήματα, αλλά αισθητικά υπάρχει σίγουρα καλαισθησία. Οι γρίφοι είναι ανάξιοι λόγου, ενώ οι όποιες ευκαιρίες για κάτι καλό πετιούνται στα σκουπίδια. Με την πληθώρα των ποιοτικών ανεξάρτητων παραγωγών point and click adventures των τελευταίων ετών, δεν υπάρχει κίνητρο να ασχοληθεί κάποιος με το Legacy of a Master Thief.
PS6: Πάνω από $1.000 το κόστος κατασκευής του σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity