Είναι λίγο σκληρό να αντιλαμβάνεσαι το πέρασμα του χρόνου, ακόμη και στη μεγάλη οθόνη. Όπως το βλέμμα αποφεύγει τις προσεκτικές ματιές στις αλλαγές του προσώπου, τις ρυτίδες, το γκριζάρισμα στις τρίχες, καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με το είδωλό μας στον καθρέφτη καθημερινά, έτσι και σε τούτη την ταινία, ένα παράξενο αίσθημα θλίψης σε… παίρνει από κάτω, βλέποντας δύο χαρακτήρες που γνώρισες ως teens ερωτευμένους (μα… ρομαντικά καταδικασμένους), που είχαν μια δεύτερη ευκαιρία στα thirties τους, για να καταλήξουν να υποδύονται το «πρότυπο» ενός ζευγαριού στα forties του, που έχει τεκνοποιήσει και, απλά, μεγαλώνει μέσα από τη γνωστή, τυπική διαδικασία της επανάληψης, στα πάντα, μέρα με τη μέρα. Ίσως όλα αυτά να μην ταυτίζονται με την ιδέα της κινηματογραφικής διασκέδασης και το άκουσμα και μόνο της πικρίας του ρεαλισμού να σε απωθεί, όμως, στην πραγματικότητα, το «Πριν τα Μεσάνυχτα» είναι μια ταινία που… ο οργανισμός σου ζητάει να δεις! Γιατί είναι φτιαγμένο με καθαρότητα και τόση ειλικρίνεια που σπάνια συναντάς στο σινεμά.
Κατά κάποιον τρόπο, το τρίτο μέρος αυτής της σειράς ταινιών με ήρωες το ζευγάρι του Τζέσι και τη Σελίν διερωτάται: «Μετά την αγάπη, τι;». Πόσα πράγματα έχουν μείνει που μπορούν να μας θυμίζουν το «Πριν το Ξημέρωμα» (1995), πόσα άντεξαν από το «Πριν το Ηλιοβασίλεμα» (2004) μέχρι σήμερα, και τι κρατά, στο 2013 πλέον, ζωντανή αυτή τη σχέση. Πιστεύουμε στον έρωτα που έχουν ζήσει στη μεγάλη οθόνη αυτοί οι δύο χαρακτήρες, όμως, ο ρομαντισμός ή η τρέλα της νιότης έχουν χαθεί και η ηλικία των 40+ θέτει εντελώς (;) διαφορετικά ζητήματα και δοκιμάζει αλλιώτικα τις αντοχές τους. Ο Τζέσι και η Σελίν δεν είναι πια οι κινηματογραφικοί ήρωες με τους οποίους ταυτιζόμαστε, ντύνουν με posters τους τοίχους των δωματίων μας και τους ζηλεύουμε επειδή ζουν όπως στο σινεμά. Είναι δύο άνθρωποι της διπλανής πόρτας, με άγχη, νευρώσεις, αδυναμίες, εγωισμό, τοποθετημένοι μάλιστα σε ελληνικό έδαφος! Για μερικούς, έχουν προδώσει το «όνειρο» της φυγής που προσφέρει το σινεμά. Ταυτόχρονα, όμως, μας θυμίζουν και πράγματα που τείνουμε να ξεχνάμε ή αποφεύγουμε, πια, στην αληθινή ζωή. Μιλάνε. Κι αυτό είναι το πλέον τρομακτικό πράγμα που πρέπει να αποδεχθείς στο «Πριν τα Μεσάνυχτα». Γιατί, ειλικρινά, στη (αν όχι με τη) ζωή φοβάσαι να μιλήσεις, πια.
Τα λόγια των δύο ηρώων τρέχουν με οργή, ενίοτε βγάζουν θυμό, βρίσκουν την ισορροπία στο χιούμορ και το πείραγμα, αλλά κατασταλάζουν στην ανάμνηση της αγάπης. Είναι λόγια που μπορεί να βαρεθείς σε κάποιες στιγμές, εξαιτίας της… λογοδιάρροιας – που θα χρεώσει ο κάθε θεατής στον Τζέσι και τη Σελίν ανάλογα με… το φύλο του. Είναι, όμως, γραμμένα έτσι ώστε να σε ξεσηκώνουν από το κάθισμά σου στις υπόλοιπες, περισσότερες στιγμές του φιλμ, το οποίο αφηγηματικά περιορίζεται σε τέσσερις μεγάλες σκηνές: η διαδρομή με το αμάξι, το φιλικό, μεσημεριανό τραπέζι (με την πλήρη σύνθεση του ελληνικού καστ), η απογευματινή βόλτα στην ύπαιθρο και η… ερωτική βραδιά σε σουίτα ξενοδοχείου. Διαρκώς με ένα εσωτερικό σασπένς που σε υποψιάζει πως το τέλος της ταινίας θα τους βρει χωρισμένους, το «Πριν τα Μεσάνυχτα» απλώνει σταδιακά τα χαρτιά του και ψάχνει να ρίξει το κρίμα σε έναν από τους δύο, παίζοντας στις γνώριμες συνθήκες του βίου ενός παντρεμένου ζευγαριού, που έχει και τον επιπλέον «φόρτο» των παιδιών. «Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια», γνωρίζω. Αλλά μπροστά σε ένα τόσο δυνατό debate ισχυρισμών για το ποιος τρώει το μεγαλύτερο ζόρι στη ζωή και πώς ζυγίζονται οι θυσίες ή οι υποχωρήσεις αυτής της ζωής, ώστε να εξακολουθούν ν’ αποκαλούνται ζευγάρι δύο άνθρωποι, στέκεις με τ’ αυτιά τεντωμένα και το στόμα… ορθάνοιχτο!
Οι ερμηνείες είναι θαυμαστές, με τον Ίθαν Χοκ και τη Ζιλί Ντελπί να πατάνε στέρεα στο – λες και είναι βιωμένο – σενάριο και τους ακατάπαυστους διαλόγους που έγραψαν παρέα με τον Λίνκλεϊτερ. Το γύρισμα δεν προσανατολίζει τα locations στην παγίδα του «κουλέρ λοκάλ» και του τουριστικού στερεοτύπου, προβάλλει έναν τόπο ανθρώπινο, μια Ελλάδα που μοιάζει σα να μην κατοικείται από την ασχήμια του σημερινού, αλλοπρόσαλλου λαού της και μας τιμά με το παραπάνω. Δεν είναι γι’ αυτό υποχρέωσή σου να δεις το «Πριν τα Μεσάνυχτα» στο σινεμά (και δη σε θερινό). Δεν είναι πατριωτικό το ζήτημα! Είναι δικό σου, βαθιά εσωτερικό το «χρέος», αν είχες ερωτευθεί αυτούς τους δύο χαρακτήρες στο παρελθόν (η ταινία μπορεί να ιδωθεί άνετα ακόμη κι αν δεν είσαι γνώστης των δύο προηγούμενων ταινιών) ή, απλά, αν τα μονοπάτια της ζωής σου ταιριάζουν με τους δήθεν πλαστούς, κινηματογραφικούς ρόλους του Τζέσι και της Σελίν.
Μέχρι το τέλος του φιλμ, θα σε έχουν φέρει ακόμη πιο κοντά σε μια πραγματικότητα και στα συμπεράσματα που ίσως δώσουν νέα πνοή και στο δικό σου βίο, στη δική σου σχέση. Αν φτάσεις εκεί μαζί τους, θα στενοχωρηθείς με το fade out της εικόνας. Θα αισθανθείς πως ήθελες κι άλλο. Δε θα λυπάσαι πια για τη γερασμένη εικόνα τους, ούτε και για τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να τους έχεις κοντά σου. Ο φόβος δε θα είναι αισθητός για λίγο καιρό. Ο φόβος της φθοράς, του θανάτου, του αναγκαστικού φινάλε. Θα υπάρχει αγάπη. Μέσα. Η ζωή θα συνεχιστεί.
Του Ηλία Φραγκούλη, σε συνεργασία με το Freecinema.gr
Διαβάστε τη δεύτερη άποψη, αυτή της Νίνας Βελιγράδη (3/10) στη στήλη Controversy του Freecinema.gr εδώ.
Βρείτε το Freecinema.gr στο Facebook
Tsamba_Gamer: Kingdom Come: Deliverance II, Deponia και άλλα δωρεάν games



Αν και δεν είμαι κινηματογραφόφιλος, φαίνεται ενδιαφέρουσα ταινία...
Περιμενα να ειναι καλη αλλα 8 απο τον ηλια; Μπραβο...
Δεν έχω δει τις δύο προηγούμενες μα θέλω πολύ να την δω αυτή..ίσως κι επειδή γυρίστηκε στην Ελλάδα.Πάντως βλέποντας την εντελώς διαφορετική βαθμολογία από τους δυο κριτικούς αντιλαμβάνεσαι πόσο μεγάλο ποσοστό καταλαμβάνει η υποκειμενικότητα για την κριτική μιας ταινίας,ενός παιχνιδιού κ.ο.κ...
Να πω την αληθεια, δεν θα πηγαινα να την δω, αλλα με αυτα που διαβαζω και απο αυτα που μου λενε οι φιλοι/ες, ειναι διαμαντακι. Οποτε θα την δω το συντομοτερο δυνατον.
θέλω πολύ να την δω
Δεν ειναι καθολου ασχημη, και ο Ethan Hawke μ'αρεσει απο την ταινια Gattaca!
στα υπόψην..