Πάμε; Πάμε!
Στα ports είχαμε τη μεταφορά στα PC του Fable III, μιας σειράς που δε συμπάθησα ποτέ. Από τη μια η μεγαλοστομία του Molyneaux που ποτέ δεν επαληθεύεται και από την άλλη η όλο και μεγαλύτερη απλούστευση των μηχανισμών με το βάρος να πέφτει περισσότερο στον εικαστικό τομέα και τα production values παρά στο gameplay έδωσε ένα παιχνίδι που, για τα δεδομένα των PC, είναι απλά συμπαθητικό. Από τις πιο αδιάφορες φετινές κυκλοφορίες.

Πολύ σημαντικότερη ήταν η μεταφορά του Torchlight στο 360, μια κυκλοφορία που δεν πρέπει να αγνοηθεί από κανένα. Έχοντας ήδη κατακτήσει τα PC, η μεταφορά του στο 360 ήταν τόσο καλή που αποτελεί παράδειγμα προσαρμογής χειρισμού και υπόδειγμα port εν γένει. Όσο για το ίδιο το παιχνίδι… ανελέητο σφάξιμο, απίστευτα ισορροπημένο gameplay που περιέχει τις καλύτερες ιδέες και εξελίξεις στο είδος, εθιστικότατο από την πρώτη στιγμή και πολύ όμορφο. Έχει αυτή τη μαγική ισορροπία που δεν περιγράφεται αλλά γίνεται αισθητή από το πρώτο δευτερόλεπτο και είναι παρούσα σε κάθε καλό hack ‘ n’ slash. Δυστυχώς το Dungeon Siege 3 ακολούθησε την αντίθετη πορεία, κόντρα μάλιστα στις ρίζες του, με επίσης αντίθετα αποτελέσματα. Κάκιστος χειρισμός στην έκδοση για υπολογιστές, απαρχαιωμένο και μηχανικό gameplay, πλήρης ρήξη με το παρελθόν της σειράς σε θέμα φιλοσοφίας, γραφικά και ήχος όμορφα μεν τίποτα το ιδιαίτερο δε, και μόνος ουσιαστικός λόγος να ασχοληθεί κανείς μαζί του το -πολύ διασκεδαστικό ομολογουμένως- τετραπλό co-op. Στο Στάθη παρ’όλα αυτά άρεσε αρκετά, απόδειξη πως ένα παιχνίδι «του 6 ή του 7» μπορεί να διασκεδάσει.

Στο ίδιο επίπεδο κινήθηκε το Crimson Alliance, ένα ανεξάρτητο action RPG που προσπάθησε να πατήσει στα χνάρια του Torchlight. Χωρίς να είναι κακό παιχνίδι, δεν ξέφυγε από το μέσο όρο της κατηγορίας του προσφέροντας απλουστευμένο gameplay (κατάργηση των XP, μονοδιάστατη μάχη, μη αξιοποίηση των ιδιαίτερων στοιχείων του) και χωρίς ουσιαστικό replay value. Όπως και στο Dungeon Siege 3, το co-op του ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό από το κανονικό παιχνίδι αλλά πέρα από αυτό δεν έχει κάτι παραπάνω να προσφέρει. Το Lord of Arcana για PSP ήταν ένα πιο ενδιαφέρον πείραμα που σκόνταψε σε τεχνικά σημεία. Δανειζόμενο στοιχεία από τη σχολή του Monster Hunter και συνδυάζοντάς τα με το Final Fantasy, δεν κατάφερε να ξεχωρίσει κυρίως λόγω έλλειψης πρωτοτυπίας και προβλημάτων με την κάμερα.

Και μιας και ο λόγος για Final Fantasy, η επανέκδοση του Final Fantasy IV για PSP ήταν μια ευχάριστη νότα. Στο πακέτο περιλαμβάνεται το Final Fantasy IV, το sequel με τίτλο The After Years που είχε κυκλοφορήσει σε κινητά WiiWare αλλά και ένα ολοκαίνουριο επεισόδιο με τίτλο Interlude που ενώνει τα δύο μέρη.
Σαφώς πιο σύγχρονος τίτλος ήταν το Kingdom Hearts Re:coded για DS. Ξεκίνησε ως τίτλος για smartphones και βρήκε το δρόμο του στο φορητό της Nintendo. Ακόμα μία spin-off προσθήκη στο πολυαγαπημένο σύμπαν της Square-Enix και της Disney, το Re:coded είχε τις καλές στιγμές του, όχι όμως σε σημείο ικανό να κρύψει τις αδυναμίες του, για κάποιους σημαντικές. Το σενάριο ήταν καταφανώς αδύναμο. Το gameplay ήταν ιδιαίτερα ομαλό για τα δεδομένα του DS και με αυτό στο μυαλό ο τίτλος πρόσφερε μια ποιοτική εμπειρία. Το platforming όμως αποδείχτηκε παράγοντας επανάληψης, σε μεγάλο βαθμό μάλιστα. Σε καμία περίπτωση δε το αποκαλεί κανείς κακό αλλά ούτε και απαραίτητο. Για τους φανατικούς των φανατικών μόνο. Το Dissidia 012 [duodecim]: Final Fantasy είναι άλλη μία ιστορία αγάπης και μίσους, και μάλιστα για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Κανείς δε μπορεί να αρνηθεί ότι τεχνολογικά τουλάχιστον, το Dissidia 012 ήταν αρτιότατο, σε σημεία που να απορείς για τις πραγματικές υπολογιστικές ικανότητες του φορητού της Sony. Σε κάθε περίπτωση επίσης, παρά τις ενστάσεις για την…ύπαρξή του, είναι μια αρτιότατη κυκλοφορία.

Ίσως το trick εντοπιζόταν στις ύποπτα αδειανές arenas του παιχνιδιού καθώς και του Overworld, που πλέον ο παίκτης μπορούσε να εξερευνήσει. Οι προσθήκες των νέων χαρακτήρων (Kain, Tifa, Yuna κ.α.) ήταν άψογες αλλά δεν έκαναν τη διαφορά με το πρώτο Dissidia. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να πει πως το μεγαλύτερο ψεγάδι του 12 είναι το πόσο επικίνδυνα μοιάζει με τον προκάτοχο του. Το απόλυτο δώρο για τους λάτρεις του Final Fantasy σύμπαντος; Αδιαμφισβήτητα. Κοίτα να δεις όμως που όλως παραδόξως, ισχύει και το άκρως αντίθετο. Ο σημαντικότερος «δεύτερος» τίτλος που είδαμε όμως ήταν ξεκάθαρα το Bastion. Ο έρωτας με το παιχνίδι ήταν ακαριαίος από το πρώτο trailer της E3 και το review code οδήγησε εμένα και τον Ηλία, που είχε την ευτυχία να το κάνει review, σε γηπεδικές αντιδράσεις. Κορυφαίο art direction, καθηλωτικό και σφιχτοδεμένο gameplay σε βαθμό ασυνήθιστο για indie παραγωγή και καταπληκτική μουσική, η πιο ιδιαίτερη που ακούστηκε φέτος. Η ιδέα για τον κατεστραμμένο κόσμο που ξεπηδά καθώς παίζεις μου έφερε κατευθείαν στο νου εικόνες από Terranigma, για την απαραίτητη retro αίσθηση. Αυτός που σε κερδίζει όμως από την πρώτη στιγμή είναι ο αφηγητής – αν έβλεπα το όνομα του Clint Eastwood στα credits δε θα με παραξένευε καθόλου. Μόνος και κουρασμένος καουμπόι με βαριά φωνή που σχολιάζει τα πάντα. Το κατόρθωμα είναι πως όχι μόνο σχολιάζει πραγματικά τα πάντα (τον παίκτη που απλά διαλύει πράγματα, το νέο εχθρό που εμφανίζεται κλπ) αλλά δε γίνεται ούτε στιγμή κουραστικός ή επαναλαμβανόμενος. Μαζί με το Trine 2 είναι το καλύτερο indie game για φέτος και επιβάλλεται να βρίσκεται στη συλλογή οποιουδήποτε αγαπά το gaming, ειδικά με τα μαζικά price drops.

Κλείνοντας το πρώτο μέρος, κάπου εδώ πρέπει να αναφερθούν το καλύτερο δυτικό και το καλύτερο ανατολικό RPG που ΔΕΝ είδε το Enternity φέτος. Το πρώτο είναι το Drakensang: The River of Time της Radon Labs, συνέχεια του Drakensang: The Dark Eye. Είναι ένα γερμανικό RPG που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το Γενάρη του 2011, την ίδια περίοδο που ξεκινούσαμε κι εμείς. Πρόκειται για κλασσικό old school hardcore RPG με party, πολλά stats, pause και βασισμένο στο pen and paper RPG The Dark Eye. Παιχνίδι βγαλμένο από τα (πολύ) παλιά, πολύ απαιτητικό στη μάχη και το character building και εντελώς κλασσικό σε θέμα role playing και σεναρίου, αγαπήθηκε από τους λίγους που ασχολήθηκαν μαζί του και απέσπασε καλές κριτικές. Δυστυχώς η εμπορική του πορεία ήταν άσχημη και η Radon Labs υπέβαλε αίτηση χρεωκοπίας για να εξαγοραστεί από τη Bigpoint, μια εταιρία browser games. Το δεύτερο είναι το Tactics Ogre: Let Us Cling Together. Εκεί κοντά στο Μάιο το tactical αριστούργημα της ιστορικής αυτής σειράς κατέφθασε, κάνοντας τους οπαδούς της να το λατρέψουν όσο λίγα. Μοιάζει σα να βγήκε από την 16-bit εποχή, με την καλή έννοια όμως, όχι αυτή των εκνευριστικών bugs και άδικου gameplay. Το απόλυτο πάντρεμα σύγχρονου και κλασσικού, σε ένα παιχνίδι που κέρδισε επάξια τη θέση τους ανάμεσα στα διαμάντια του PSP. Κάπου εδώ τελειώνει το πρώτο τμήμα της ανασκόπησης του Enternity.
Διαβάστε το επόμενο μέρος του αφιερώματός μας στο οποίο ασχολούμαστε με τους διασημότερους τίτλους του 2011, που δε χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις.




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity