Το σενάριο είναι βγαλμένο από τα κόκκαλα κάθε νουάρ ή γουέστερν που σέβεται τον εαυτό του. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ είναι ο ανώνυμος ήρωας, ένας χαρισματικός οδηγός αυτοκινήτων που εργάζεται σαν κασκαντέρ ταινιών δράσης, ενώ παράλληλα παίρνει μέρος σαν οδηγός διαφυγής σε ληστείες και λοιπές παράνομες ενέργειες. Λιτός, μοναχικός, απόμακρος, λιγομίλητος, με μόνο αλλά τεράστιο πάθος την οδήγηση, δε θα μπορούσε να είναι κλασσικότερος κεντρικός χαρακτήρας. Το συναίσθημα όμως θα μπει στη ζωή του, για το συναίσθημα θα αποφασίσει να μπλέξει σε μια ληστεία και από εκείνο το σημείο και μετά μπαίνει όλο και πιο βαθιά. Με ένα χαρακτήρα μεταξύ καουμπόι και εκτελεστή, η εξέλιξη δε θα μπορούσε να είναι διαφορετική.
Η ταινία δείχνει τις καταβολές της από την εισαγωγή κιόλας. Μια νυχτερινή καταδίωξη που θα μπορούσε να είχε υπογράψει ο Μάικλ Μαν του «Heat» και του «Collateral», σε μια αστική νύχτα γεμάτη μοναξιά και φώτα νέον και αμέσως μετά οι τίτλοι της αρχής με ροζ γραμματοσειρά του ’80 και ανάλογη electro μουσική. Εδώ δεν υπάρχουν ατάκες, συνεχής δράση και ενδιάμεσος χρόνος μέχρι την επόμενη έκρηξη και το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών δεν ήρθε καθόλου τυχαία. Πλάνα γεμάτα σκιές και ένταση, φωτογραφία και λήψεις που αποτυπώνουν πλήρως την ψυχή των χαρακτήρων και πάνω απ’ όλα μια αφήγηση βασισμένη καθαρά στην εικόνα και όχι στους διαλόγους.
Ο Νίκολας Ρεφν δείχνει μια μοναδική ικανότητα να πηγαίνει την ένταση από το μηδέν στο μέγιστο μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Στο πιο αργό πρώτο μέρος καταφέρνει να καθηλώσει το θεατή με τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, παίζοντας με τα συναισθήματά τους, ενώ στο δεύτερο μέρος απλά αφήνει τη δράση να ξετυλιχτεί δείχνοντας μια άλλου είδους μαστοριά. Η βία είναι συγκριτικά λίγη μα όπου υπάρχει είναι τόσο έντονη που συγκλονίζει.
Πρόκειται πραγματικά για ρεσιτάλ σκηνοθεσίας που φέρνει στο νου, εκτός από τις προαναφερθείσες και το «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» ή το «Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο», χωρίς σε καμία περίπτωση η ταινία να γίνεται ένα απλό tribute ή να χάνει την αυτόνομη προσωπικότητά της. Και ασφαλώς, από στιλ η ταινία έχει μπόλικο. Από το ασημί αγωνιστικό μπουφάν του πρωταγωνιστή που όσο πάει λερώνεται και περισσότερο μέχρι τις 80’s αναφορές και τα αυτοκίνητα που εμφανίζονται, οι μικρές λεπτομέρειες καταφέρνουν να κάνουν τη διαφορά.
Οι ερμηνείες ενισχύονται ακόμα περισσότερο από το εξαιρετικό casting. Ο Γκόσλινγκ λάμπει. Παίζει τελείως μινιμαλιστικά και εντελώς σωματικά, με τη στάση του και μικρές, εκφραστικές κινήσεις και πετυχαίνει ένα αποτέλεσμα πολύ σπάνιο σήμερα. Απόμακρος και συνάμα συναισθηματικός, ψύχραιμος, με ένα δεύτερο επίπεδο κάτω από το ήρεμο παρουσιαστικό του, δίνει μια τρομερή ερμηνεία. Ακολουθείται από την Κάρεϊ Μάλιγκαν, που κερδίζει το θεατή κάθε φορά που εμφανίζεται με την απλότητα και τη γλυκύτητα της.
Όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι άψογοι, απλά ξεχωρίζει ο Ρον Πέρλμαν λόγω εμφάνισης και αναγνωρισιμότητας. Ο τρόπος που ηθοποιοί και σκηνοθέτης παίζουν με τη σιωπή και την κάμερα εντυπωσιάζει και δίνει άλλη ποιότητα στην ταινία. Η μουσική αποτελείται από electro και disco κομμάτια του ’80, αλλά απαρτίζεται και από εξαιρετικά ambient και lo-fi θέματα που δένουν τέλεια με τις νυχτερινές λήψεις στην πόλη.
Το «Drive» είναι η πρώτη σημαντική ταινία της χειμερινής σαιζόν και σίγουρα μια από αυτές που θα ξεχωρίσουν. Είναι μια ταινία βίαιη, ευαίσθητη μέσα στη σκληράδα της, με μια υφέρπουσα μελαγχολία. Είναι όμως και μια διαφορετική περιπέτεια, γυρισμένη με δεξιοτεχνία, που πατά στα καλύτερα δείγματα αμερικανικού κινηματογράφου. Μην περιμένετε να δείτε το νέο «Transporter». Αν θέλετε όμως να δείτε κάτι αντρίκειο, ξεχωριστό και που μπορεί να σταθεί άφοβα δίπλα σε κλασσικές ταινίες προτιμήστε το άφοβα.




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity