Αγαπητέ χρήστη, παρατηρήσαμε οτι έχεις ενεργοποιημένο Ad Blocker.
Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity

Control Resonant Review

  • ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

    Remedy Entertainment

  • ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ

    Remedy Entertainment

  • PEGI

    16+

  • ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • Control Resonant
    • 16+ pegi 16+
      • 0 RATING
        ΧΡΗΣΤΩΝ (0)
      • ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΕ ΤΟ
    ΕΠΙΣΗΜΟ SITE https://controlgame.com/en FOLLOWERS 0 ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΟ
  • GOLD AWARD EDITOR’S CHOICE

    9

    ENTERNITY SCORE
*
Το Control Resonant αποτελεί ένα showcase κι αυτό γιατί λίγοι developers έχουν το θάρρος που έχει επιδείξει η Remedy τα τελευταία χρόνια με τους τίτλους που έχει κυκλοφορήσει και το πόσο διαφορετικοί είναι αυτοί μεταξύ τους.

Αν κάτι οφείλουμε να παραδεχθούμε για την Remedy Entertainment, αυτό είναι η τόλμη που δείχνει στις κυκλοφορίες της. Μιλάμε άλλωστε για την εταιρεία που κυκλοφόρησε sequel 13 χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου Alan Wake. Που μεταξύ μας δεν κατέστησε και ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία στην εποχή του. Στην πορεία, Alan Wake και Control έχουν καταλήξει να διαδραματίζονται σε ένα, ενιαίο σύμπαν, κάτι μάλλον αξιέπαινο για τίτλους τόσο μακριά χρονικά ο ένας από τον άλλον. Την ίδια στιγμή, κάθε τίτλος του σύμπαντος αυτού φαίνεται και πως ανήκει σε διαφορετικό είδος και το ίδιο ισχύει και για το Control Resonant, το οποίο κινείται σε εντελώς νέα μονοπάτια.




Σεναριακά, το Resonant συνεχίζει επτά χρόνια μετά το τέλος του πρώτου μέρους. Ένα νέο resonant φαίνεται να έχει ξεφύγει από τον έλεγχο του Federal Bureau of Control και να βασανίζει το πολύπαθο στην pop κουλτούρα Manhattan, ταυτόχρονα με τα Hiss και Mold που έχουν ξεφύγει εντελώς από τον περιορισμό τους στο The Oldest House (τη βάση του οργανισμού FBC). Αναλαμβάνουμε τον ρόλο του Dylan Faden αυτήν την φορά, ο οποίος (και μετά τις αποκαλύψεις του πρώτου Control) φαίνεται ικανός να σταματήσει την επέλασή του Resonant. Δεν εξοπλιζεται όμως με το Service Weapon παρά με ένα διαφορετικό melee όπλο, το Aberrant. Αυτό μπορεί να πάρει διάφορες μορφές όπλων και ο παίκτης επιλέγει τόσο στην αρχή, όσο και αργότερα, κατά βούληση, όποια επιθυμεί. Θα σταθούμε πολύ περισσότερο στη μάχη αργότερα, αυτό όμως που μπορούμε να τονίσουμε είναι το γεγονός πως ο Dylan συμπεριφέρεται, στο σενάριο, εντελώς διαφορετικά από την αδελφή του. Ας μην ξεχνάμε ότι σύμφωνα με το πρώτο τίτλο, έχει ξοδέψει 7 χρόνια πρακτικά φυλακισμένος στο The Oldest House. Ως φυσικό επακόλουθο, δεν εμπιστεύεται σε καμία περίπτωση τους πράκτορες του FBC ενώ κι αυτοί φαίνονται ότι μετά την εξαφάνιση της Jessee, εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον Dylan περισσότερο ως λύση ανάγκης και λιγότερο ως έμπιστο συνεργάτη. Λόγω αυτού η εξέλιξη του Dylan είναι σαφώς πιο απρόβλεπτη και το κυριότερο, επιτρέπει στην Remedy να εξερευνήσει ακόμα περισσότερο έννοιες όπως το ψυχικό τραύμα και από εντελώς διαφορετική σκοπιά σε σχέση με την Jesse.



Το Control Resonant ανταλλάσει το σκηνικό της δράσης από το Oldest House στο οποίο διαδραματίζεται όλος ο πρώτος τίτλος, με ένα κομμάτι της κεντρικής Νέας Υόρκης. Εκεί ο Dylan μπορεί να κινηθεί κατά κάποιον τρόπο ελεύθερα, αφού η περιοχή δράσης του πρωταγωνιστή ποτέ δεν “ανοίγει” με τον παραδοσιακό τρόπο που γνωρίζουμε σε τίτλους open world. Αντίθετα, εδώ μικρότερες περιοχές ενώνονται με pipelined σχεδιασμό, ο οποίος όμως δεν είναι πάντα ο προφανής. Λόγω του παραφυσικού του πράγματος, όλοι οι δρόμοι δεν οδηγούν στον προφανή προορισμό, ενώ πολλές φορές πόρτες και διάδρομοι καταλήγουν κάπου εντελώς διαφορετικά σε σχέση με αυτό που περιμένει, γεωγραφικά, ο παίκτης. Ο Dylan μπορεί να ξεκλειδώσει τον χάρτη κάθε περιοχής και να αποκαλύψει πόρτες που λειτουργούν σαν fast travel points μεταξύ των περιοχών. Σε κάθε περιοχή υπάρχουν main και side objectives τα οποία σημειώνονται στον χάρτη ενώ είναι στο χέρι του Dylan (ή του παίκτη) η σειρά με την οποία αυτές θα ολοκληρωθούν.



Η πλοκή του Control Resonant σε καμία περίπτωση δεν είναι αδύναμη. Τουναντίον,όπως και στο πρώτο μέρος έτσι κι εδώ άλλοτε συγκλονιστικές και άλλοτε μικρότερες, πιο ανθρώπινες στιγμές διαδέχονται η μία την άλλη και προχωρούν την πλοκή. Μια προειδοποίηση εδώ, δεν μπορούμε να τονίσουμε αρκετά πως σε καμία περίπτωση δεν αξίζει να παίξετε το Control Resonant χωρίς να έχετε ασχοληθεί με το πρώτο μέρος. Ναι υπάρχει recap εντός της αρχικής οθόνης, οπως επίσης και αναλυτικά Youtube videos που εξηγούν τι έγινε στο πρώτο Control. Κατά τη γνώμη μας όμως καμία από τις δύο λύσεις δεν είναι αρκετές για να καταλάβετε έννοιες όπως Objects of Power, Hiss, Mold, Resonant. Ούτε την πίεση που δέχθηκε η Jesse για να αναλάβει τον ρόλο του Director του FBC ή τα μυστήρια και τις συνδέσεις που ανακάλυψε. Οι εξηγήσεις που δίνονται από το Control Resonant απλά δεν είναι αρκετές για πράγματα που έχουν εξηγηθεί εκτενέστερα στο πρώτο μέρος. Για την ακρίβεια, ακόμα κι όσοι έχετε ολοκληρώσει το πρώτο Control, πιθανότατα θα χρειαστεί να καταφύγετε σε λίγη επανάληψη για να θυμηθείτε ορολογίες και να αντιληφθείτε ακριβώς τι γίνεται. Η αλλαγή του πρωταγωνιστή αποτελεί και την καλύτερη δικαιολογία της Remedy να μετατρέψει το Control Resonant σε action RPG, από action adventure shooter που ήταν ο προκάτοχός του. Η μάχη από κοντινές αποστάσεις είναι το πραγματικό επίκεντρο του Control Resonant, η οποία φυσικά και υποστηρίζεται από υπερφυσικές δυνάμεις, status effects, ειδικές κινήσεις και φυσικά το ίδιο το Aberrant υπό τον χειρισμό του Dylan. Η ίδια η μάχη είναι πολύ πιο απαιτητική συγκριτικά με το πρώτο Control και καλεί τον παίκτη να εμβαθύνει ταυτόχρονα και στο κινησιολόγιο του Dylan αλλά και στη διαδικασία της αναβάθμισης των δυνάμεών του. Και το Control Resonant ακόμα και από τις πρώτες ώρες του, κατά την εξερεύνηση του Manhattan, δεν αστειεύεται. Οι εχθροί δεν την πέφτουν στον Dylan ένας προς ένας, αλλά πολλοί και κατά μέτωπο, με διαφορετικές επιθέσεις ο καθένας. Εχθροί που εξαπολύουν ακτίνες που, ειδικά στα πρώτα επίπεδα μπορούν να κορνιοτοποιήσουν τον Dylan μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, επιτίθενται ταυτόχρονα με άλλους που τον χτυπάνε από όλες τις κατευθύνσεις. 



Εντελώς συνειδητά, η Remedy δεν καλεί τον παίκτη να τελειοποιήσει κάποιου είδους block ή parry. Αντίθετα και, σύμφωνα με τους developers μετά από εξαντλητικό playtesting, καλεί τον παίκτη να είναι κι αυτός το ίδιο επιθετικός με τους εχθρούς και ταυτόχρονα υπερκινητικός μέσω του evade έτσι ώστε να μην δέχεται ζημιά. Στον γρήγορο ρυθμό της μάχης βοηθάει κι ο μηχανισμός των executions, μέσω του οποίου με το πάτημα ενός κουμπιού ο Dylan καλύπτει μεγάλες αποστάσεις στον χώρο για να εκτελέσει τους αντιπάλους του. Οι εχθροί ακινητοποιούνται και είναι έτοιμοι να δεχθούν το πεπρωμένο τους όταν γεμίσει μια ξεχωριστή μπάρα που ονομάζεται Falter, την οποία ο Dylan γεμίζει με ειδικές κινήσεις κατά κύριο λόγο και λιγότερο με τη βασική του επίθεση. Η λύση σε όλον αυτόν τον πανικό βρίσκεται στο ίδιο το είδος του Control Resonant. Δεν το αποκαλέσαμε τυχαία action RPG αφού μετά χαράς διαπιστώσαμε πως η Remedy πήρε πάρα πολύ σοβαρά τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό. Ο Dylan έχει τη δυνατότητα να αναβαθμιστεί, να μεγαλώσει το health bar του με αντικείμενα που βρίσκει διάσπαρτα στον κόσμο του Control Resonant αλλά και να αποκτήσει abilities ξοδεύοντας πόντους στο skill tree του. Το game ενθαρρύνει τον πειραματισμό, αφού το respec γίνεται ανά πάσα στιγμή χωρίς κόστος και καλεί τον καθένα να βρει τον τρόπο παιχνιδιού που του αρμόζει, συνδυάζοντας τις ικανότητες του Dylan αλλά και τις αναβαθμίσεις του Aberrant. 



Όλοι οι ανωτέρω μηχανισμοί του gameplay καλούν τους παίκτες να πειραματιστούν με διαφορετικά builds, κάτι που δεν περιμέναμε να παίζει τόσο ρόλο, σε τόσο μεγάλο βαθμό, σε ένα παιχνίδι της Remedy. Πόσο μάλλον τόσο πετυχημένα όσο στην περίπτωση του Control Resonant. Ανά πάσα στιγμή ο παίκτης μπορεί να αλλάξει το build του Dylan, να πειραματιστεί με διαφορετικά όπλα και abilities και να βρει τόσο αυτό που ταιριάζει στο δικό του στυλ παιχνιδιού όσο και αυτό που απαιτείται από τις συνθήκες της εκάστοτε περιοχής του Manhattan. Όπως και το Service Weapon πριν από αυτό, έτσι και το Aberrant μπορεί να μεταμορφωθεί σε διαφορετικά όπλα, melee βέβαια αυτή την φορά. Έτσι η μορφή του μπορεί να ποικίλει, από dual blades, μέχρι ένα μεγάλο δρεπάνι, μαστίγιο, nunchucks, σφυρί και άλλους συνδυασμούς. Λόγω της μεγάλης πρόκλησης της μάχης, οι παίκτες θα πρέπει γρήγορα να αντιληφθούν πως η χρήση του κάθε όπλου δεν έχει να κάνει μόνο με την δική τους βολή, αλλά και με τις ανάγκες του εκάστοτε μέρους. Η μορφή του Aberrant επηρεάζει την ταχύτητα με την οποία χτυπάει ο Dylan, την δυνατότητα του να επιτεθεί ταυτόχρονα σε περισσότερους του ενός εχθρού και, φυσικά, τη ζημιά που θα καταφέρει σε αυτούς. Έτσι για έναν μπούσουλα, θεωρούμε μετά τη δοκιμή του τίτλου πως το πιο ισορροπημένο όπλο είναι μάλλον το δρεπάνι, αφού επηρεάζει αρκετά μεγαλύτερη περιοχή από τα dual blades ενώ κατορθώνει σαφώς μεγαλύτερη ζημιά από το μαστίγιο, που όμως πετυχαίνει περισσότερους (και πιο μακρινούς) εχθρούς. 



Αξίζει να σταθούμε και στις μάχες με bosses, οι οποίες σαφώς αποτελούν ακόμα ένα σκαλοπάτι δυσκολίας. Όσα αντιμετωπίσαμε όμως στην πορεία προς την ολοκλήρωση του main quest, διαπιστώσαμε πως είναι απαιτητικά μα δίκαια και κυρίως, περισσότερα σε σχέση με το πρώτο Control. Μέσα στην πρώτη κιόλας μισή ώρα gameplay η Remedy μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα αρκετά δυνατό Resonant και μας προκαλεί να εκπαιδευτούμε στις σεναριακά ακόμα περιορισμένες δυνατότητες του Dylan για να το εξοντώσουμε. Η διάρκεια του Control Resonant εξαρτάται άμεσα από την πορεία που θα πάρουν οι παίκτες εντός του Μανχάταν. Κάθε περιοχή είναι γεμάτη με νευριασμένους Hiss, κρυμμένα αντικείμενα αλλά και side quests τα οποία καλούν τον Dylan να τα ολοκληρώσει. Αν κάποιος πει ότι θα ασχοληθεί μόνο με τη βασική ιστορία του Control Resonant, κάτι που δεν συνιστούμε, θεωρούμε πως θα σπαταλήσει αρκετό χρόνο στην εξερεύνηση των διαφορετικών builds και στον πειραματισμό με αυτά. Συνεπώς μην περιμένετε να δείτε τίτλους τέλους πριν τις 30 ώρες ενασχόλησης. Και η τόσο μεγαλύτερη διάρκεια σε σχέση με το προηγούμενο παιχνίδι της σειράς, έρχεται με σωστά δομημένες μικρότερες περιοχές χωρίς ποτέ να ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα τεράστιο playground γεμάτο εικονίδια ανούσιων tasks και side hassles. Μακάρι περισσότερα RPG να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Control Resonant και τον τρόπο με τον οποίο “δένει” main και sidequests, κατορθώνοντας να μην κουράζει τον παίκτη εύκολα κατά την ομολογουμένως μεγάλη διάρκειά του. 



Τεχνικώς, το Control Resonant στην έκδοση του PlayStation 5 είναι ακόμα ένας τίτλος που προσφέρει τουλάχιστον δύο επιλογές γραφικών. Όσον αφορά το βασικό PlayStation 5, έχουμε το Performance Mode που στοχεύει τα 60 FPS σε ανάλυση 1440p και το Quality Mode που στοχεύει τα 30 FPS σε ανάλυση 2160p. Μιας και η δοκιμή μας έγινε στην βασική έκδοση του PlayStation 5, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια πως ο γρήγορος ρυθμός της δράσης θέτει ως μονόδρομο την επιλογή του Performance Mode. Παρά τον χαμό από εχθρούς, εκρήξεις και αντικείμενα επί της οθόνης, είναι πολύ θετικό πως δεν νιώσαμε σε κανένα σημείο την κονσόλα μας να “ασθμαίνει”. Δεν μας ταίριαξαν καθόλου όμως τα 30FPS του Quality Mode με τον φρενήρη αυτό ρυθμό της μάχης. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι πως θα σταθεί η έκδοση του PlayStation 5 Pro, στην οποία έχουμε και Raytracing στα 30FPS και ανάλυση 2160p στο Quality Mode. Εκεί το Performance Mode στοχεύει τα 60FPS αλλά σε upscaled 4K μέσω του PSSR, ενώ έχουμε επιπλέον και το Balanced Mode, το οποίο “κλειδώνει” το frame rate στα 40 FPS μέσω του VRR σε συμβατά πάνελ τηλεοράσεων και οθονών. Ίσως η χρυσή τομή αλλά παραμένει ζήτημα τόσο προσωπικού γούστου όσο και διαθεσιμότητας panel τέτοιας τεχνολογίας.



Το Control Resonant αποτελεί ένα showcase. Λίγοι developers έχουν το θάρρος που έχει επιδείξει η Remedy τα τελευταία χρόνια με τους τίτλους που έχει κυκλοφορήσει και το πόσο διαφορετικοί είναι αυτοί μεταξύ τους. Είναι δε ακόμα ένα λαμπρό παράδειγμα σωστού sequel μεταξύ πολλών άλλων στη βιομηχανία, αλλά και ένα μεγάλο στοίχημα για την Remedy. Η αλλαγή στο στυλ παιχνιδιού σε σχέση με το πρώτο Control είναι πάρα πολύ έντονη και δεν είναι σίγουρο ότι όλοι θα την αγαπήσουν. Δεν αρέσουν σε όλους οι αλλαγές και είναι απόλυτα θεμιτό αυτό. Εμείς εγκρίνουμε αυτήν την προσπάθεια πάντως και ελπίζουμε η Remedy να κερδίσει το στοίχημα αυτό.

The Witcher 3 Remastered: Η CDPR λέει ότι δύσκολα θα επιστρέψετε στην original έκδοση

 
GOLD AWARD EDITOR’S CHOICE

9

ENTERNITY SCORE
ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΕ ΤΟ opencritic.com
ΘΕΤΙΚΑ
  • Γρήγορη και απαιτητική δράση
  • Το Aberrant προσφέρει πολλαπλούς τρόπους προσέγγισης της μάχης
  • Η ανάπτυξη του Dylan αποτελεί παράδειγμα για πολλά τρόπον τινά RPG εκεί έξω
  • Σταθερότατα 60FPS στο Performance Mode του βασικού PlayStation 5
  • Κοντά δύο φορές μεγαλύτερο από το πρώτο Control χωρίς να κουράζει
ΑΡΝΗΤΙΚΑ
  • Τολμηρή αλλαγή που δεν είναι σίγουρο πως θα αρέσει σε όλους
Πρόσθεσε το Enternity.gr στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google
Διαβάστε όλα τα νέα του Enternity.gr στο Google News, στο Facebook στο Twitter και στο Instagram και κάντε εγγραφή στο Newsletter
0 ΣΧΟΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Για να μπορέσετε να προσθέσετε σχόλιο θα πρέπει πρώτα να έχετε κάνει login!

    • https://www.enternity.gr/files/Image/UserAvatars/resized/enternity_50_50.jpg
    • 3000 χαρακτήρες ακόμα
  • Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.
*