Με τα πιο πρόσφατα games της σειράς, το Resident Evil επέστρεψε στο “παραδοσιακό” horror με οπτική πρώτου προσώπου, αν φυσικά εξαιρέσουμε το remake του περισσότερο action Resident Evil 4, που είναι και μια από τις καλύτερες κυκλοφορίες ολόκληρου του franchise. Το Resident Evil Requiem θέλει να συνδυάσει αυτά τα δύο ξεχωριστά κομμάτια, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο μέρος του marketing που προηγήθηκε τους μήνες πριν από την κυκλοφορία του. Θέλοντας να εκμεταλλευτεί το momentum των survival horror Biohazard και Village, αλλά και την επιτυχία του remake του 2023, η Capcom δημιούργησε μια ιστορία δύο πρωταγωνιστών, που τη βιώνουν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας και που αμφότεροι προσφέρουν ένα μείγμα από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές gameplay της σειράς.

Από τη μια έχουμε την Grace Ashcroft, τη νεαρή πράκτορα του FBI που καλείται να ερευνήσει μια υπόθεση δολοφονίας στο Wrenwood Hotel, ένα κτίριο στο οποίο 8 χρόνια νωρίτερα έγινε μάρτυρας στη δολοφονία της μητέρας της. Από την άλλη είναι ο Leon Kennedy, που επιστρέφει στη δράση μεγαλύτερος και με μια σοβαρή ασθένεια, στα χνάρια του Doctor Victor Gideon, όταν αυτός απαγάγει την Grace και τη φυλακίζει στο ανατριχιαστικό ιατρικό του κέντρο. Η ύπαρξη της Grace παίζει καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του Resident Evil, κάτι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις μελέτες και τα κίνητρα του Dr. Gideon, ενός καλογραμμένου μεν “κακού”, μα με όραμα σημαντικά πιο αισθητό από την επιβλητικότητά του. Η καταδίωξή του θα οδηγήσει τον Leon πίσω στη Racoon City, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την καταστροφή της από πυραύλους, σε μια προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να περιορίσει την εξάπλωση του T-Virus.

Παίζοντας με την Grace, η προκαθορισμένη κάμερα τίθεται σε οπτική πρώτου προσώπου, δίνοντας έμφαση στο κομμάτι του τρόμου και της αγωνίας, με τη νεαρή πράκτορα να είναι ένας εσωστρεφής και ευαίσθητος χαρακτήρας που φοβάται εύκολα. Εξαιτίας αυτού, αναπνέει γρηγορότερα και με πιο βαριές ανάσες, δημιουργώντας μια ακατάπαυστη ένταση και ένα αίσθημα πως κάποιος είναι δίπλα ή πίσω της ανά πάσα στιγμή. Στο πλαίσιο του survival horror, τα πυρομαχικά που έχει στη διάθεσή της είναι πάντα περιορισμένα και γι’ αυτό χρήζουν προσεκτικής διαχείρισης. Οι χώροι που θα εξερευνήσει βρίθουν πόρων που βοηθούν στη δημιουργία πυρομαχικών και φαρμάκων, με πολύ σημαντικό συστατικό το αίμα, το οποίο μπορεί να αντλήσει από πτώματα και από κουβάδες. Η επίλυση γρίφων την ενισχύει ακόμα περισσότερο, δίνοντάς της όλο και περισσότερα εφόδια που θα τη βοηθήσουν να επιβιώσει.

Ο Leon πρωταγωνιστεί στα κομμάτια με την κάμερα σε οπτική τρίτου προσώπου, κάνοντας στροφή προς το action και ανεβάζοντας αισθητά τους ρυθμούς. Σε αντίθεση με την Grace, η οποία διαθέτει μόνο περίστροφα, αλλά και μαχαίρια που βρίσκει σκόρπια στο έδαφος, ο Leon έχει πιο εξελιγμένο οπλοστάσιο και περισσότερες σφαίρες, όπως και τη δυνατότητα να αγοράσει επιπρόσθετα όπλα και να τα αναβαθμίσει με attachments που κάνουν τη χρήση τους καλύτερη και πιο απολαυστική. Είναι σαφέστατα πολύ πιο έμπειρος από την Grace, αντιμετωπίζοντας τις καταστάσεις με μια ελαφριά κυνικότητα κι ένα ψυχρό χιούμορ που ομολογουμένως τον χαρακτηρίζει εδώ και καιρό. Το gameplay με τον Leon αντικαθιστά τις τακτικές stealth της Grace με άφθονο shooting, αν και διατηρεί τα στοιχεία της διαχείρισης πόρων και των γρίφων.

Ο τίτλος δίνει τη δυνατότητα αλλαγής της κάμερας και στους δύο χαρακτήρες, επιτρέποντας έτσι το παιχνίδι με οπτική τρίτου προσώπου για την Grace και με οπτική πρώτου προσώπου για τον Leon. Κάτι αντίστοιχο είδαμε και στο Resident Evil Village του 2021, αν και στην περίπτωσή του η δυνατότητα για παιχνίδι σε third person προστέθηκε αργότερα, με την κυκλοφορία του Winters’ Expansion. Στην προκειμένη, η ιστορία σχεδιάστηκε με τρόπο που να εξυπηρετεί ισάξια και τις δύο κάμερες, αν και οι προκαθορισμένες θέσεις τους είναι προτιμότερες για την ενίσχυση του horror και του action αντίστοιχα. Όποια και αν είναι η προτίμηση του κάθε παίκτη, η σκοτεινή ατμόσφαιρα παραμένει αναλλοίωτη και ο τίτλος αποδεικνύει πως είναι τεχνικά ο αρτιότερος όλων, με λεπτομερώς σχεδιασμένα περιβάλλοντα που ανταποκρίνονται άψογα στην αισθητική του franchise, με καταπληκτικά εφέ φωτισμού και με σταθερότατο framerate καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας.

Στη διαχείριση των δύο playable χαρακτήρων, το Resident Evil Requiem πετυχαίνει ένα ικανοποιητικό κράμα survival horror και action, αν και αυτό το πράττει ολίγον τι άνισα. Το gameplay με την Grace είναι συντομότερο σε διάρκεια σε σχέση με του Leon, κι αυτό περιορίζει το κομμάτι του horror σε ένα ποσοστό της ιστορίας που είναι σίγουρα μικρότερο του επιθυμητού. Δεν υπάρχει επιλογή εναλλαγής μεταξύ τους σε τυχαίες στιγμές, όμως παρόλο που στην πλειοψηφία της ιστορίας ο Leon και η Grace είναι χώρια, βλέπουμε όλα όσα βιώνουν τις ώρες που ακολουθούν της απαγωγής της. Μόνο που, από ένα σημείο κι ύστερα, τα κομμάτια της Grace μοιάζουν να περνάνε αποσπασματικά και σίγουρα με πιο συνοπτικές διαδικασίες σε σχέση με τις πρώτες ώρες του τίτλου. Ένα άλλο σημείο που είναι βέβαιο πως είχε χώρο για μεγαλύτερη εξερεύνηση, είναι η Racoon City.

Ο μαραζωμένος πια τόπος στον οποίο επιστρέφει ο Leon καταφέρνει να εντυπωσιάσει με ορισμένα καταπληκτικά σκηνικά και με αρκετές ενδιαφέρουσες σχεδιαστικές ιδέες. Τα mobs με ζόμπι αποφέρουν μερικές από τις καλύτερες στιγμές shooting του Requiem και, όπως και στα υπόλοιπα κομμάτια του τίτλου, υπάρχουν και εδώ έξυπνοι γρίφοι που θα δώσουν πρόσβαση σε νέα μέρη και σε πολύτιμα αντικείμενα. Συνολικά όμως περιμέναμε (ή ελπίζαμε) πως η παρουσία μας στις ανοιχτές περιοχές της Racoon City θα ήταν αρκετά μεγαλύτερη. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για το σύνολο της ιστορίας. Παρά το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με ένα αρκετά καλό σενάριο, με σημαντικά γεγονότα για το lore, με μερικές ακροβασίες και με δύο ή τρεις εκπλήξεις, ο τίτλος μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε 12 ώρες. Παρέχεται φυσικά υλικό για αρκετές παραπάνω, που αποτελείται από προαιρετικούς γρίφους και την αναζήτηση συγκεκριμένων collectibles, όμως το main story του μπορεί να ολοκληρωθεί συντομότερα από των Biohazard και Village.

Ανάμεσα στους εχθρούς με τους οποίους ερχόμαστε αντιμέτωποι, είναι φυσικά ορδές από ζόμπι, τα οποία είναι πιο… ομιλητικά σε σχέση με το παρελθόν, λέγοντας φράσεις και κάνοντας δραστηριότητες που σχετίζονται με τις αναμνήσεις που είχαν εν ζωή. Κάποια από αυτά συνεχίζουν να δουλεύουν, όπως τα ζόμπι καθαριστών, αστυνομικών, σεφ, ακόμα και τραγουδιστών, τα οποία παράγουν μερικές από τις πιο ανατριχιαστικές μελωδίες που έχουμε ακούσει. Κάποια άλλα χρησιμοποιούν και αντικείμενα, ή και όπλα, όπως ένα ηλεκτρικό αλυσοπρίονο που ενίοτε τα κάνουν να σέρνονται στο έδαφος με απροσδόκητα κωμικό τρόπο. Σε περιπτώσεις, διάφορα ζόμπι που έχουμε εξοντώσει θα επιστρέψουν “εν ζωή” με ένα second phase που τα κάνει πιο ανθεκτικά στις σφαίρες. Αυτό επηρεάζει πολύ τη διαχείριση των πόρων και την επιστροφή σε χώρους που θεωρούσαμε καθαρούς από εχθρούς. Εκτός από ζόμπι υπάρχουν και περαιτέρω μεταλλαγμένες οντότητες, ζώα, τεράστια έντομα και NPC bosses που δεν αποτελούν υπερβολικά μεγάλη πρόκληση, αλλά δεν είναι και “παιχνιδάκι”.
Το Resident Evil Requiem ενώνει τα καλά χαρακτηριστικά των survival horror Resident Evil με τα αντίστοιχα των action games του franchise, μαζί με τους κλασικούς γρίφους, τα jumpscares, την ατμόσφαιρα και το shooting που προσδιόρισαν τη σειρά, όμως το κάνει εκ του ασφαλούς. Είναι σίγουρα το τεχνικά πιο εντυπωσιακό όλων όσων προηγήθηκαν κι η ιστορία του έχει ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι και το τέλος, ωστόσο σε αρκετά κομμάτια δεν κάνει κάτι παραπάνω από το στοιχειώδες. Η Grace έχει σημαντικά λιγότερο χρόνο από τον Leon και η Racoon City θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να δίνει μεγαλύτερο χώρο για εξερεύνηση. Υπάρχουν δυνατές στιγμές horror και εξίσου καλές action, αλλά η ισορροπία μεταξύ τους είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Σε καμία περίπτωση δε συγκαταλέγεται στους μέτριους τίτλους της σειράς, εντούτοις φαίνεται πως είχε δυνατότητες που η Capcom δεν προσπάθησε αρκετά για να αναπτύξει.
Ίσως μάθαμε την τιμή του GTA 6 και τα νέα δεν είναι ευχάριστα




Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity