Τεχνικά Χαρακτηριστικά
Επεξεργαστής: Intel Core i5 3317UM, 1,7GHz (διπύρηνος με hyperthreading)
Κάρτα γραφικών: Intel HD4000/AMD Radeon HD7670M 5GB
Μνήμη: 1x4GB DDR3 1333MHz
Σκληρός δίσκος: 500GB 5400rpm, 32GB SSD cache
Οθόνη: 15,6’’ / 1366x768 pixel
Θύρες: HDMI, 2x USB 3.0, 1x USB 2.0, LAN,SD Card Reader, mini jack ήχου
Δικτύωση: Bluetooth 4,0, Gigabit Lan, WiFi 802.11n
Διαστάσεις: 374 x 252,8 x 19,8 mm
Βάρος: 2,100Kg
Εγγύηση: 1 έτος
Τιμή: €899
Όπως όλα τα ultrabooks έτσι και το Envy 6 είναι ιδιαίτερα λεπτό και αναλογικά, αρκετά ελαφρύ. Συγκεκριμένα, το βάρος του βρίσκεται λίγο πάνω από τα 2 κιλά, αρκετά χαμηλά αν αναλογιστούμε ότι είναι ένα πλήρες δεκαπεντάρι φορητό, με το πάχος να βρίσκεται στα δυο εκατοστά, που είναι και το όριο που έχει θέση η ίδια η Intel. Η HP έχει επιλέξει μεταλλικές επιφάνειες για τη συναρμολόγηση του υπολογιστή με αποτέλεσμα η αίσθηση ποιότητας που μεταφέρει στο χρήστη να είναι πολύ υψηλή. Η πλάτη της οθόνη είναι από βουρτσισμένο αλουμίνιο το οποίο κάνει «νερά», προσφέροντας μια όμορφη όψη. Στη μια γωνία συναντάμε το ανάγλυφο λογότυπο της εταιρείας ενώ ολόκληρο το όνομα βρίσκεται, τυπωμένο αυτή τη φορά, στο πίσω μέρος του υπολογιστή, εκεί που ενώνεται το κύριο σώμα με την οθόνη.
Η σχεδίαση που έχει επιλέξει η HP θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «αγωνιστική» και συνδυάζει γωνίες με καμπύλες. Για παράδειγμα στο μπροστά μέρος οι πλευρές συναντώνται σε καμπυλωτές γωνίες, ωστόσο το πίσω μέρος μεταφέρει μια περισσότερο επιθετική διάθεση, ειδικά από τη στιγμή που ακριβώς από κάτω βρίσκονται και οι γρύλλιες του συστήματος εξαερισμού. Επίσης, η διχρωμία του βαθύ κόκκινου σε συνδυασμό με το μεταλλικό μαύρο βοηθάει στο να μεταφέρει μια άγρια αίσθηση προς το χρήστη. Γενικότερα, σχεδιαστικά και ποιοτικά, το Envy 6 1010ev κρίνεται απόλυτα ικανοποιητικό.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που προσφέρει το ultrabook της HP είναι ο ήχος Beats Audio, μια συνεργασία που έχει γίνει με τη γνωστή εταιρεία του Dr. Dre και μεταφέρει στον κάτοχο του υπολογιστή την καλύτερη δυνατή ποιότητα. Η συγκεκριμένη συνεργασία προφανώς από τη μια λειτουργεί σαν marketing checkpoint για την αμερικανική αγορά όπου το brand Beats Audio είναι πασίγνωστο, αλλά και από την άλλη όντως προσφέρει πολύ καλής ποιότητας ήχο. Παρόλο που συζητάμε για ηχεία φορητού υπολογιστή, τα οποία είναι τοποθετημένα ακριβώς πάνω από το πληκτρολόγιο, η απόδοσή τους ξεφεύγει από αυτά που έχει συνηθίσει να ακούει ο χρήστης ενός τυπικού notebook, κυρίως όσον αφορά στην απόδοση των χαμηλών συχνοτήτων. Παίζοντας παιχνίδια, είναι πολύ πιθανό κάποιος να μη καταλήξει στη χρήση ακουστικών αφού ο ήχος που βγαίνει από το ultrabook γεμίζει το χώρο με τη φυσικότητά του, χωρίς να παρατηρούμε τη συνηθισμένη μεταλλική και ουδέτερη απόδοση των περισσότερων φορητών.
Αφού αναφερθήκαμε στο κομμάτι του gaming, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι το συγκεκριμένο σύστημα της HP τα καταφέρνει αρκετά καλά στο τομέα αυτό. Και αυτό γιατί η HP επέλεξε να μη βασιστεί αποκλειστικά στο υποσύστημα γραφικών που ενσωματώνει ο τρίτης γενιάς Core επεξεργαστής της Intel. Αντίθετα, αποφάσισε να ενσωματώσει και ένα δεύτερο τσιπ γραφικών προερχόμενο από τις mobile εκδόσεις της AMD. Συγκεκριμένα, η Radeon HD7670M είναι η επιλογή της HP, μια κάρτα που βασίζεται στο πυρήνα Turks και συνοδεύεται από 2GB αποκλειστικής μνήμης.
Η κάρτα αυτή λειτουργεί σε συνδυασμό με την Intel HD4000 που ενσωματώνει ο επεξεργαστής με τις δυο κάρτες να εναλλάσσουν τη λειτουργία τους ανάλογα με το τι συμβαίνει στην οθόνη. Έτσι, όταν είμαστε στα Windows και χαζεύουμε στο Internet λειτουργεί η πρόταση της Intel ενώ φορτώνοντας κάποιο παιχνίδι μπαίνει σε λειτουργία η Radeon, αυξάνοντας το frame rate. Οι δοκιμές μας έδειξαν ότι ο χρήστης μπορεί να παίξει και σύγχρονες προτάσεις όπως το Batman Arkham City, στη native ανάλυση της οθόνης με ένα frame rate γύρω στα 30-40fps ακόμα και με τα settings στο υψηλότερο επίπεδο. Η απόδοση αυτή είναι σχεδόν διπλάσια από αυτή που προσφέρει η Intel HD4000.
Από την άλλη, όταν ο χρήστης θέλει να αυξήσει όσο το δυνατόν περισσότερο την αυτονομία του notebook, αφήνει να λειτουργεί η Intel HD4000 ώστε να μειωθεί η κατανάλωση. Οι μετρήσεις μας με το Mobile Mark 2012 έδωσαν εξαιρετικά αποτελέσματα όσον αφορά στην αυτονομία. Συγκεκριμένα, τόσο στο Office Productivity μέρος του τεστ, όσο και στο Media Creation, το Envy 6 1010ev κατάφερε να λειτουργήσει για περισσότερες από πέντε ώρες, έχοντας πάντα ενεργοποιημένη την κάρτα γραφικών της Intel και τη φωτεινότητα της οθόνη ρυθμισμένη στις 100 καντέλες, τιμή που πάντα χρησιμοποιούμε για τα τεστ αυτονομίας που κάνουμε στους φορητούς υπολογιστές. Οι πέντε ώρες είναι σίγουρα πολύ μεγάλο νούμερο και είμαστε βέβαιοι ότι από πλευράς αυτονομίας, το HP Envy 6 1010ev καταφέρνει να ικανοποιήσει κάθε ανάγκη.
Τα υπόλοιπα υποσυστήματα του HP Envy 6 1010ev βοηθάνε και αυτά με τη σειρά τους να έχουμε ένα σύστημα που καταφέρνει να είναι πάντα γρήγορο και αποδοτικό. Αν και η HP δε χρησιμοποιεί κάποιο δίσκο SSD για τον αποθηκευτικό χώρο διατηρώντας έτσι το κόστος σε λογικά επίπεδα, δε βασίστηκε στη λύση ενός απλού μηχανικού δίσκου. Αντίθετα, επέλεξε το δρόμο της παράλληλης ενσωμάτωσης ενός μικρού SSD χωρητικότητας 32GB που λειτουργεί σαν ενδιάμεση μνήμη cache. Με αυτό τον τρόπο έχει αυξηθεί σημαντικά η ταχύτητας ανάγνωσης των αρχείων που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, όπως κάποια βασικά του λειτουργικού αλλά και άλλα που εφαρμογές που δουλεύουμε συχνά. Δυστυχώς η HP έχει δυσκολέψει τη διαδικασία αναβάθμισης, αφού το κάτω μέρος είναι ενιαίο και θα πρέπει να αφαιρεθεί εξ ολοκλήρου για να μπορέσει κάποιος να αλλάξει το σκληρό δίσκο ή να αυξήσει τη μνήμη, χωρίς όμως η διαδικασία αυτή να απαιτεί ειδικά εργαλεία.
Από πλευράς θυρών, το σύστημα είναι πλήρες προσφέροντας τρεις USB εκ των οποίων οι δυο βρίσκονται αριστερά και είναι USB 3.0, HDMI, ένα card reader και τις απαραίτητες εισόδους/εξόδους ήχου. Το πληκτρολόγιο πάλι είναι μεγάλο και εύχρηστο, ενώ συνοδεύεται από εσωτερικό φωτισμό για καλύτερη χρήση το βράδυ. Όσον αφορά τώρα στην οθόνη που χρησιμοποιεί το ultrabook της HP, πρόκειται για ένα τυπικό panel διαγωνίου 15,6’’ που λειτουργεί σε ανάλυση 1366x768pixels. Η μέγιστη φωτεινότητα που μετρήσαμε είναι 165 καντέλες και κρίνεται μάλλον μικρή. Η οθόνη καλύπτεται από μια glossy επιφάνεια που προκαλεί αντανακλάσεις, οι οποίες γίνονται περισσότερο αντιληπτές στη περίπτωση που η οθόνη προβάλει σκούρα χρώματα. Το θετικό του panel είναι η καλή χρωματική απόδοση, με την εργοστασιακή ρύθμιση της θερμοκρασία να είναι τέλεια στους 6500 βαθμούς Κέλβιν. Η απόκλιση του μαύρου σε σχέση με το ιδανικό είναι ελάχιστη, κάτι που σημαίνει βαθύ μαύρο, βοηθώντας έτσι το χρήστη να απολαμβάνει καλύτερα ταινίες και παιχνίδια.
Συνολικά, η πρόταση της HP είναι πλήρης και ολοκληρωμένη και αποτελεί αυτή τη στιγμή μια πρώτης τάξεως επιλογή για όσους αναζητούν ένα καινούριο φορητό υπολογιστή που μπορεί να κάνει άνετα τα πάντα. Η τιμή του είναι καλή, συνδυάζοντας υψηλές επιδόσεις, πολύ καλή εμπειρία gaming και μεγάλη αυτονομία σε ένα άριστα κατασκευασμένο και όμορφο σώμα. Αξίζει πραγματικά κάθε ευρώ του.
Η CD Projekt RED δεν έχει ανακάμψει πλήρως από το λανσάρισμα του Cyberpunk 2077



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity