
Σε ένα φόρο τιμής στα b-movies του Hollywood, το Lollipop Chainsaw έρχεται εξοπλισμένο με γελοίες ποσότητες απέθαντων, αίματος, cheesy διαλόγων, αχρείαστης βίας και... καμπυλών. Πρωταγωνίστρια αυτή τη φορά η Juliet Starling, μία οριακά νόμιμη μαθήτρια και cheerleader του San Romeo High School, σε ένα σχολείο της California. Και όταν λέμε οριακά το εννοούμε, αφού τα γεγονότα του τίτλου λαμβάνουν μέρος κατά την ημέρα των 18ων γενεθλίων της, κάτι που σημαίνει πως μέχρι και λίγες ώρες πριν αποτελούσε ένα jailbait με τα όλα του. Η Juliet που λέτε δεν πρόλαβε να χαρεί ιδιαίτερα τη μεγάλη αυτή μέρα, μιας και ο σατανικός gothάς συμμαθητής της Swan, βαρέθηκε να αποτελεί αντικείμενο γελοιοποίησης και να ζει στο περιθώριο, οπότε ως φυσική λύση επέλεξε να απελευθερώσει όλες τις κατάρες του κάτω κόσμου στο σχολείο του San Romero. Κάπου εκεί μαθαίνουμε πως η Juliet δεν είναι απλά μία μαθήτρια, αλλά μέλος μίας οικογένειας εκπαιδευμένων κυνηγών zombies, που με την βοήθεια του ξεκαρδιστικού sensei της, κυρίου Morikawa, έχει φροντίσει να είναι άκρως εξοπλισμένη για παν ενδεχόμενο συσχετισμένο με πανδημίες νεκροζώντανων.

Αυτό που ξεκινά ως ένα κομματάκι bizarre σκηνικό, δεν αργεί να μετατραπεί σε ένα rollercoaster συνεχούς και ακατάπαυστης δράσης, που αν και γραμμική μεν, καταφέρνει να ενθουσιάζει χάρη στο καλό ρυθμό και τη συχνή εναλλαγή περιβαλλόντων. Κατά την περιήγηση της στην αστική περιοχή της πόλης, η Juliet θα έρθει σε επαφή με κάμποσες χιλιάδες zombies, καθώς και πέντε σατανικές οντότητες σε μορφή bosses, η καθεμία προσωποποίηση μιας διαφορετικής κουλτούρας, μουσικής και δογματικής. Όλα αυτά παρέα με τον Nick, το αγόρι της, που στην προσπάθεια της να διασώσει από σίγουρη ζομποποίηση, αναγκάστηκε να καταφύγει στην ύστατη λύση αποκεφαλισμού του, έκτοτε κουβαλώντας τον ωσάν πρώτης τάξεως accessory στα sexy οπίσθια της. Όλα τα παραπάνω μπορεί να ακούγονται το λιγότερο αστεία ή ασόβαρα, αλλά αυτό είναι και το κύριο σημείο επαφής του παιχνιδιού. Όλη η εμπειρία είναι πασπαλισμένη με επιτηδευμένο «κακό» humour, ίσως ακόμα περισσότερο και από το Shadows of The Damned. Η Grasshopper πήρε τεράστιες ποσότητες πολλαπλών cliche, τα έριξε σε ένα μεγάλο καζάνι, και δημιούργησε ένα cel-shaded θαύμα My Little Pony μαγείας, καγκουριάς των '90s, και αχρείαστης καταστροφικής βίας.

Όσον αφορά τώρα τα μέσα που έχει στη διάθεση της η Juliet ενάντια στις ορδές που κλείνουν το δρόμο της, τα πράγματα είναι σχετικά απλά. Κύριος σύμμαχος μας ενάντια στα κουφάρια των εχθρών μας, είναι το πάντα έμπιστο αλυσοπρίονο της Juliet, το οποίο παντρεμένο με τα cheerleading πομ-πον της, κινούν τα νήματα της δράσης/σφαγής. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα μάχης παρόμοιο με το -ας πούμε- Bayonetta, αφού ούτε το βάθος του συναντάμε εδώ, ούτε και την αμεσότητα του. Το σύστημα που επιλέχθηκε εδώ είναι επικίνδυνα πιο ρηχό και μηχανικό, με αρκετά combos, που όμως μπορούν να παραβλεφθούν από όσους αρέσκονται στο button mashing, κάνοντας έτσι το σύστημα μάχης ένα από τα πιο προσβάσιμα εκεί έξω.

Σε κλασσική Ιαπωνική hack-n-slash λογική, κάθε χώρος που επισκεπτόμαστε είναι έξυπνα απομονωμένος από το υπόλοιπο κομμάτι του επιπέδου, απαιτώντας από εμάς να εξουδετερώσουμε έναν υπολογίσιμο αριθμό zombies πριν μας δοθεί το πράσινο φως να προχωρήσουμε. Ακούγεται κουραστικό, και σε μερικά σημεία είναι. Για του λόγου το αληθές, η προσπάθεια της ομάδας ανάπτυξης να προσθέσει διάρκεια στο σύνολο του campaign με τέτοιες φτηνές τακτικές είναι διάχυτη σε όλη την έκταση του παιχνιδιού, και ιδιαίτερα στα αρχικά επίπεδα.
Σύμφωνα με υπολογισμούς μας, ίσως χρειάστηκε να κόψουμε στα δύο ίσα με 300 πόρτες μέσω ενός χρονοβόρου mini-game, τη στιγμή που αυτές θα μπορούσαν απλά να ανοίγουν όταν τις πλησιάζουμε. Το επίπεδο στη φάρμα O' Bannon αναλώνεται στο κυνηγητό της αδελφής της Juliet, Rosalind, τη στιγμή που το “redneck” στοιχείο θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί με δεκάδες καλύτερους τρόπους. Λόγου χάρη, το κομμάτι που μας έβρισκε πάνω σε μία θεριστική κομπίνα, θερίζοντας κεφάλια αντί για σπαρτά ήταν επικά ξεκαρδιστικό, κάνοντας μας να επιθυμούμε περισσότερες τέτοιες ανορθόδοξες προσθήκες. Αξίζει να αναφερθεί πως στην πορεία μας δίνεται πρόσβαση σε περαιτέρω όπλα, όπως τον εκτοξευτή οβίδων, ή την ικανότητα να μετατρέπουμε το αλυσοπρίονο μας σε μηχανοκίνητο εργαλείο για booting. Μάλιστα, όσον αφορά το τελευταίο, υπάρχουν τμήματα σε λογική Mario Kart, προσθέτοντας ακόμα περισσότερο στη γελοιότητα του όλου σκηνικού.

Το grenade launcher πάλι μας έσωσε ουκ ολίγες φορές, αφού ειδικά προς το τέλος αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την επιβίωση μας. Το ίδιο ισχύει και για τον Nick, που αν και με μπόι που αγγίζει μετά βίας το ένα κεφάλι (see what I did there), αποδεικνύεται άψογο sidedick και σύμμαχος. Μετατρέψτε τον σε λάσο, βλήμα κανονιού, ή ακόμα και ωρολογιακή βόμβα, πάντα μέσω του συστήματος Nick Ticket, μιας... λοταρίας που αποφασίζει πως θα αξιοποιήσουμε τον Nick ως όπλο. Στα απαιτητικά επίπεδα δυσκολίας, όλα τα παραπάνω θα αποδειχθούν τρανοί σύμμαχοι στην εξόντωση των zombies. Με ένα campaign περίπου 7 ωρών κομμένο και ραμμένο για επαναλαμβανόμενα playthroughs, θα χρειαστούμε όλη τη βοήθεια που μας παρέχεται από το παιχνίδι. Ενεργοποιήστε το Soul Star mode της Juliet (ω ναι, σε Super Mario λογική) και κάθε χτύπημα της θα μετατραπεί σε one-hit kill. Ποιος θα το περίμενε ότι θα ερχόταν η μέρα που θα αποκολλούσαμε το όσχεο δεκάδων douchebags (no pun intended) παικτών football, με το Mickey της Toni Basil να παίζει από πίσω.

Όπως και το Shadows of The Damned, το Lollipop Chainsaw είναι τροφοδοτούμενο από την Unreal Engine 3. Ο τίτλος έχει μία comic-book εμφάνιση, απόρροια μίας ενδιαφέρουσας μείξης cel-shaded τεχνολογίας και τρισδιάστατων υφών. Θα ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξ αρχής πως σε καμία των περιπτώσεων δεν έχουμε να κάνουμε με έναν από τους πιο εμφανίσιμους τίτλους της τρέχουσας γενιάς. Ποτέ εξάλλου δεν ήταν αυτός ο στόχος των τίτλων του Suda 51. Ο ένας generic διάδρομος διαδέχεται τον άλλο, και τα συχνά, σε σημεία εκνευριστικά loadings δίνουν και παίρνουν. Κανείς ως συνέπεια δεν αρνείται πως ο τίτλος θα μπορούσε να είναι πολύ πιο optimized, δίχως ατέλειες εδώ κι εκεί. Τότε όμως δε θα μιλούσαμε για τίτλο του Suda 51. Ο Ιάπωνας έχει μία τάση να προτάσσει τεράστιες αντιθέσεις στον αισθητικό τομέα, και το ίδιο ισχύει κι εδώ. Ενώ τα περιβάλλοντα δεν αποτελούν κάτι το ιδιαίτερο λόγου χάρη, η χρωματική παλέτα που έχει επιλεχτεί είναι το λιγότερο άψογη, δένοντας άψογα με το κλίμα του τίτλου.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την ποιότητα των υφών της Juliet και του cast που τη συνοδεύει. Τα animations, αν και περιορισμένα είναι ποιοτικά, ενώ το frame-rate παραμένει σταθερότατο. Ό,τι του λείπει σε φινίρισμα και αψεγάδιαστη λεπτομέρεια λοιπόν, το Lollipop Chainsaw το αναπληρώνει με ορισμένες έξοχες πινελιές ιδιοφυΐας, που αφήνουν τον παίκτη με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο. Στο πρώτο boss stage, η φράση “C*CKSUCKER” κυριολεκτικά προσπαθεί να μας σκοτώσει, ακολουθούμενη από συνοδευτικά όπως το “C*NT” και άλλες τέτοιες ομορφιές που εκτοξεύει προς εμάς ο Zed, ένας εκ των τεσσάρων Dark Purveyor. Υπάρχει ένα τμήμα κοντά στο τέλος του παιχνιδιού, όπου ο τίτλος μετατρέπεται σε ένα φόρο τιμής σε arcades του παρελθόντος, με neon χρώματα παντού, και τον Josey, τον τέταρτο Dark Perveyor, να μιλά με μία autotuned χροιά. Εξαίσια είναι και η δουλειά που έχει γίνει στο ηχητικό κομμάτι. Το soundtrack που έχει επιλεχτεί δένει απίστευτα με την αισθητική του τίτλου, μεταβαλλόμενο καθώς τα περιβάλλοντα μεταβάλλονται μαζί του. Όταν επισκεπτόμαστε το Chop2Shop.com, ναι, σωστά μαντέψατε, το in-game κατάστημα του παιχνιδιού, στο background παίζει το Lollipop των Chrodettes. Η Joan Jett μας υποδέχεται στο κύριο menu με το Cherry Bomb, ενώ κάπου ανάμεσα στο χαμό είμαστε σίγουροι ότι ακούσαμε και το You Spin Me Round των Dead or Alive. Οφείλουμε επίσης να αναφέρουμε πως ο πάντα επικός Akira Yamaoka μας εξέπληξε με τις Punk Rock συνθέσεις του, αφού δε του το 'χαμε.
Που καταλήγουμε λοιπόν; Το Lollipop Chainsaw είναι ένα έξοχο παράδειγμα που πως κάτι δίχως ίχνος τσίπας, αυτοσεβασμού, φορτωμένο με στοιχεία μισογυνισμού, μπορεί να αποτελέσει ένα άψογο προϊόν ψυχαγωγίας. Μην παίρνοντας τον εαυτό του στα σοβαρά, ο τίτλος του Suda 51 πρόκειται για μία ωδή στις παλιές εποχές, όταν τα video games δεν έπρεπε δια νόμου να φαντάζουν σοβαροφανή, όταν το να είσαι ακραίος και εξωφρενικός θεωρούνταν cool. Το Lollipop Chainsaw είναι ένα χαζό, σχεδόν άμυαλο παιχνίδι, θα πει κάποιος, και θα έχει και απόλυτο δίκιο. Αυτό είναι όμως που το κάνει συνάμα τόσο λαμπρό.



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity