Αγαπητέ χρήστη, παρατηρήσαμε οτι έχεις ενεργοποιημένο Ad Blocker.
Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity
Steelplay Pro HD Streaming Pack 4 in 1: Νέος διαγωνισμός >>

Το κριτήριο σας πρέπει να ειναι τουλάχιστον 3 χαρακτήρες

Nightmare Alley Review

  • ΗΛΙΚΙΕΣ

    16+

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

    Guillermo del Toro

  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ

    Bradley Cooper, Cate Blanchett, Toni Collette

  • ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
*
Η κριτική μας για την κινηματογραφική ταινία Nightmare Alley του Guillermo del Toro με τους Bradley Cooper, Cate Blanchett, Toni Collette.

Φιλόδοξος τυχοδιώκτης, με ταλέντο να χειραγωγεί τους ανθρώπους, ανέρχεται κοινωνικά παριστάνοντας το μέντιουμ και σε συνδυασμό με μία ψυχίατρο δίχως ηθικές αναστολές, ετοιμάζεται να κατακτήσει τον κόσμο, παραγνωρίζοντας τη σημασία του… «απ’ τα ψηλά στα χαμηλά».


Όσο κι αν εκτιμώ και σέβομαι το φιλμικό σύμπαν που γεννά (με σοβαρό νοιάξιμο) σε κάθε δουλειά του ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν γίνεται να αγνοήσω το γεγονός ότι πρόκειται για ένα remake. Οι γνώστες της κινηματογραφικής μεταφοράς του «Nightmare Alley» του 1947, δυστυχώς, εδώ δεν έχουν να πάρουν σχεδόν τίποτα καινούργιο. Αλλά και εκείνοι οι οποίοι αγνοούν την ταινία του Έντμουντ Γκούλντινγκ (ένα σκληρό και παράδοξο «νουάρ», με καταστροφική πορεία στο box-office και cult status που χτίστηκε κυρίως από τους κριτικούς και μελετητές του genre μετά από δεκαετίες), θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα αρκετά άτολμο έργο, που ανακυκλώνει τις αισθητικές βάσεις της ματιάς του σκηνοθέτη και αποτυγχάνει να επικοινωνήσει με ένα σημαντικό στοιχείο των φιλμ του: το συναίσθημα. Και όλο αυτό φαντάζει ακόμη πιο παράξενο, όταν ο ντελ Τόρο μας έρχεται αμέσως (ασχέτως της κάποιας απόστασης σε έτη) μετά τον οσκαρικό θρίαμβο της «Μορφής του Νερού» (2017).



Υπάρχει ένα καίριο λάθος που ο ντελ Τόρο κάνει από την αρχή του έργου. Μας «μαρτυράει» πως ο κεντρικός του (αντι-)ήρωας ήταν πάντοτε ένα κτήνος και δεν είναι οι συνθήκες της ζωής που τον μετέτρεψαν σε τέτοιο. Είναι τεράστια η διαφορά αυτού που υποδύεται εδώ ο Μπράντλεϊ Κούπερ, σε σχέση με τον χαρακτήρα που έπαιζε το ’47 ο Ταϊρόν Πάουερ. Εκεί είχαμε τη σταδιακή κατάπτωση του καταφερτζή και υπερφιλόδοξου Στάντον, εδώ ξεκινάμε με τον ήρωα να τοποθετείται σ’ ένα πλαίσιο ηθικής παρακμής από την πρώτη κιόλας σεκάνς του «Μονοπατιού των Χαμένων Ψυχών», αφήνοντάς μας με ένα συνειδησιακό μειονέκτημα που κατρακυλά διαρκώς, από το κακό στο χειρότερο.



Ο Στάντον είναι ένας αγύρτης, ένας περιπλανώμενος που δεν έχει στον ήλιο μοίρα και βρίσκει μια πρόσκαιρη εργασία σ’ ένα δεύτερης κατηγορίας funfair, το οποίο περιοδεύει σε ανάλογου επιπέδου πόλεις της Αμερικής. Θα κάνει περισσότερο παρέα με τη Ζίνα, ένα υποτιθέμενο μέντιουμ που, όμως, έχει πραγματικό ταλέντο στο να διαβάζει το μέλλον μέσα από τις κάρτες ταρώ. Θα την ξεγελάσει, μαζί και τον άντρα της, για να μάθει τον «κώδικα» επικοινωνίας που χρησιμοποιούν στο show τους, και θ’ αναζητήσει τη φυγή προς μία καλύτερης ποιότητας πελατεία, έχοντας στο πλευρό του την αφελή, μα ερωτευμένη μαζί του Μόλι, που θα γίνει η βοηθός του σε ένα πιο πρωτοκλασάτο νούμερο εξαπάτησης.



Στη διάρκεια του φιλμ, ο ντελ Τόρο θα επιστρέφει πιο αναλυτικά στο αρχικό του flashback από το παρελθόν του Στάντον, για να μας φανερώσει έναν απόλυτα αμοραλιστικό και τρομακτικό χαρακτήρα που βουλιάζει όλο και πιο βαθιά σ’ έναν κόσμο ασχήμιας κι εκμετάλλευσης, δίχως ίχνος θετικού πρότυπου ή επιθυμίας για διαφυγή από την καθημερινότητα τόσων «χαμένων ψυχών». Η απουσία της ύπαρξης του Καλού, άσχετα από ταξική προέλευση, μάλλον καταδικάζει τη δραματουργία ολόκληρης της ταινίας, αφήνοντας τον θεατή να «ασφυκτιά» για ένα ίχνος θετικότητας μέσα σε μία (άγνωστο γιατί) ξεχειλωμένη διάρκεια 150 λεπτών (το original έλεγε τα πάντα σε 110 λεπτά), με ολοφάνερη τη διάθεση πως δεν πρόκειται να υπάρξει εξέλιξη λύτρωσης.



Από την άλλη, μιλάμε για ταινία του Γκιγέρμο ντελ Τόρο. Δηλαδή, υπάρχει η αρτιότητα και το μεγαλείο της εικόνας, με πρωταγωνιστή το production design της Ταμάρα Ντέβερελ (σιγουράκι στις φετινές οσκαρικές υποψηφιότητες, αν όχι και φαβορί), που βγαίνει κυριολεκτικά από πάνω σε σύγκριση με οτιδήποτε άλλο βλέπουμε σε τούτο το «Μονοπάτι». Όχι ότι το φιλμ του ’47 αποτελούσε ένα χαρακτηριστικό δείγμα νουάρ (if you ask me, εκείνο θα έπρεπε να συνοδευόταν από πολλά εισαγωγικά…), όμως, εδώ ο ντελ Τόρο και η Ντέβερελ έχουν απομακρυνθεί (με κάθε υφολογική έννοια) από την ατμόσφαιρα του συγκεκριμένου genre (και μην ακούσω τη λέξη «νέο-νουάρ», γιατί θα βγάλω αφρούς!), στήνοντας ένα μοναδικό γλέντι τετραχρωμίας, το οποίο απογειώνεται μαγικά και νοσηρά όταν η δράση του φιλμ τοποθετείται στο funfair (ο Τιμ Μπέρτον θα πρέπει να έφαγε τα λυσσακά του…). Η τεράστια επιτυχία σε αυτόν τον τομέα επιτρέπει στην ταινία να δικαιολογεί την ύπαρξή της, κρατώντας από το χεράκι της «διάσωσης» και τον dp Νταν Λαουστσέν, ο οποίος ακολουθεί περισσότερο την πεπατημένη του «gloomy», όπως έχει κάνει πολλάκις (και πιο δημιουργικά) σε παρελθούσες παραγωγές του ντελ Τόρο.



Τον τόνο του άψυχου (ακριβώς όπως το score του Νέιθαν Τζόνσον) και με το ζόρι «κακιασμένου» βγάζουν οι ερμηνείες του συνόλου του καστ, μ’ έναν ρηχό Μπράντλεϊ Κούπερ που δεν πείθει στον πρώτο ρόλο, την Κέιτ Μπλάνσετ να μοιάζει με καρικατούρα «μοιραίας γυναίκας» (που το «τράβηγμα» γελοιοποιεί ακόμη περισσότερο) και την Τόνι Κολέτ να αδικείται από το πετσόκομμα του δικού της ρόλου (ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τη σεναριακή επιλογή αυτής της κίνησης).



Μαθημένος στα τέρατα, ο ντελ Τόρο επιχείρησε εδώ να συλλάβει έναν κόσμο ανθρώπινων «τεράτων», αποφεύγοντας τις κακοτοπιές (διαφωνώ 100%, αλλά ελάχιστοι το είδαν έτσι) του «Πορφυρού Λόφου» (2015). Μόνο που τα τέρατα στο σινεμά του ντελ Τόρο συνήθιζαν να μας προσφέρουν (και) μια νότα ανακούφισης, παρηγοριάς κι ενθάρρυνσης. Είχαν ένα ποσοστό ασχήμιας που μπορούσαμε ν’ αγαπήσουμε. Νοιώθαμε την ανάγκη να ταυτιστούμε μαζί τους, για να έχουμε τη δύναμη να τα υποφέρουμε (και)… στον πραγματικό κόσμο. Ή να βρούμε τον εαυτό μας σε αυτά (ας είμαστε ρεαλιστές). Εδώ, ατυχώς, το έχασε αυτό το «Μονοπάτι». Κάπου υποτίμησε τη διττή (ή και πλαστή) σημασία του «people are desperate to tell you who they are». Και σκόνταψε στην απόγνωση…




ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Το στοιχείο της γνώριμης πλοκής θα ευνουχίσει κάθε ενδιαφέρον από τους θεατές που έχουν δει την (ανώτερη) ταινία του 1947. Και ο καλλιτεχνικός θρίαμβος του οπτικού μέρους του φιλμ του Γκιγέρμο ντελ Τόρο δεν θα αρκεί για τους υπόλοιπους, οι οποίοι θα αισθανθούν (κυρίως) τη διάρκεια, σε τούτη την τραγωδία… προβλέψιμα κακών χαρακτήρων.

Του Ηλία Φραγκούλη, σε συνεργασία με το freecinema.gr 
Διαβάστε όλα τα νέα του Enternity.gr στο Google News, στο Facebook στο Twitter και στο Instagram
0 ΣΧΟΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Για να μπορέσετε να προσθέσετε σχόλιο θα πρέπει πρώτα να έχετε κάνει login
  • Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

Μείνε ενημερωμένος

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΝΕΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΝΕΟ ΜΑΣ, ΚΑΝΕ ΤΩΡΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΟΥ ENTERNITY.GR!