Το Thor ήταν μία πολύ καλή κινηματογραφική εισαγωγή στο σύμπαν του «Θεού του Κεραυνού», η οποία όμως μετά τις επικές μάχες στο Jotunheim έκανε τη μετάβαση στη Γη βασιζόμενη σε ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά τρία σεναριακά κλισέ: του απροσάρμοστου υπερήρωα που έχει την πρώτη επαφή με τη Γη και τους κατοίκους της, του αποδυναμωμένου υπερήρωα και του προδομένου υπερήρωα. Στο Thor: The Dark World το σενάριο, αν και εξακολουθεί να διακατέχεται από όλων των ειδών τις τρύπες, είναι πολύ πιο απρόβλεπτο (τουλάχιστον μέχρι την κατάληξή του), γεγονός που τονίζεται ακόμη και από τις… δύο επιπλέον σκηνές μετά τα credits. Δύο είναι τα plot devices που θέτουν σε κίνηση τα γεγονότα του Thor: The Dark World. Το πρώτο είναι η επερχόμενη ευθυγράμμιση των κόσμων, η οποία οδηγεί σε έντονες ανωμαλίες στο χωροχρόνο, επιτρέποντας την διάνοιξη portals που μπορούν να οδηγήσουν τυχαία από τον έναν κόσμο στον άλλο. Ο σκηνοθέτης Alan Taylor (με θητεία στο Game of Thrones) εκμεταλλεύεται την κατάσταση αυτή ποικιλοτρόπως, είτε με την ρίψη ασήμαντων αντικειμένων που εξαφανίζονται και εντοπίζονται αργότερα σε άλλους πλανήτες, είτε με επικές σκηνές μάχης όπου ένα μπουκέτο που ρίχνει ο Thor στη Γη μπορεί να στείλει τον αντίπαλό του στο Jotunheim. Δεν αποφεύγονται και οι φθηνές χρήσεις του concept με τη λογική της αναπάντεχης, αλλά βολικής μεταφοράς στον επιθυμητό πλανήτη μετά από φαινομενικό αποκλεισμό, όμως γενικά λειτουργεί προς όφελος της ταινίας, ενώ θα προκαλέσει καλοδεχούμενη αίσθηση déjà-vu στους οπαδούς του Portal της Valve.
Το δεύτερο είναι η τυχαία ανακάλυψη από την Jane Foster (Natalie Portman) του Aether, μιας πανίσχυρης μορφής καταστροφικής ενέργειας που έδινε στα Dark Elves τη δύναμή τους. Η μόλυνσή της από αυτήν οδηγεί στην καταδίωξή της από τα Dark Elves και σε μία εκτεταμένη αλληλουχία γεγονότων που περιλαμβάνει «επισκέψεις» των Σκοτεινών Ξωτικών στην Asgard και τη Γη, συνεργασία του Thor με τον Loki και πολλές άλλες σκηνές που οδηγούν ακόμη και σε… τριπλές σεναριακές ανατροπές. Η ενδιαφέρουσα αντίθεση που προκύπτει εδώ σε σχέση με το prequel είναι η παρουσία της Foster στην Asgard, η οποία όμως δεν αποτελεί τομέα εστίασης σε παρόμοιο βαθμό, κυρίως επειδή η όμορφη γήινη απλώς περιφέρεται και δεν επηρεάζει τις σεναριακές εξελίξεις με τις πράξεις της, αλλά με την μόλυνσή της από το Aether και την ιδιότητά της ως αντικείμενου ερωτικού ενδιαφέροντος του Thor. Το ίδιο το Aether είναι μια κινούμενη γλίτσα που αυξάνει τη δύναμη του όντος που καταλαμβάνει -εκτός της Foster- και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανέμπνευστα ως όπλο με τη μορφή μαστιγίου με πολλαπλές άκρες. Εν ολίγοις, ούτε αυτό συνεισφέρει στην ποιότητα της ταινίας με κάποιον ουσιαστικό τρόπο.
Δύο είναι τα βασικά ατού του Thor 2: ο Loki και το χιούμορ. Ο Tom Hiddleston είναι για μία ακόμη φορά εκπληκτικός στο ρόλο του Νορβηγού «θεού της ζαβολιάς» και οι σεναριακές συνθήκες, σε συνδυασμό με την εμπειρία του στο ρόλο του επιτρέπουν να κλέψει την παράσταση και να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον σε κάθε σκηνή που εμφανίζεται, αναγκάζοντας τον θεατή να αναρωτιέται συνεχώς για τα κίνητρά του και τις επόμενες κινήσεις του. Εξαιρετικός είναι και ο Chris Hemsworth, ο οποίος είναι πλέον ελεύθερος να αποδώσει τον Thor ως πραγματικό ηγέτη και όχι ως ανώριμο και τσαμπουκαλεμένο μπρατσαρά, όπως στην αρχή της πρώτης ταινίας. Η ανυπαρξία ανάγκης άτσαλης εξέλιξης χαρακτήρα δίνει στον Thor την βαρύτητα και το κύρος που του αξίζει, χωρίς να είναι στάσιμος, αφού, όπως θα διαπιστώσετε, έχει πάρει κάποια μαθήματα… λαμογιάς από τον Loki.
Ο Hemsworth τα αποδίδει όλα αυτά με εύστοχο τρόπο, ενώ αποδεικνύεται ότι διαθέτει εξαιρετικό comedy timing, τόσο λεκτικά όσο και στα οπτικά gags που επιδίδεται σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Επίσης, έχει πάψει να θυμίζει κινητή διαφήμιση γυναικείου σαμπουάν, γεγονός που μοιάζει ασήμαντο, αλλά συνεισφέρει περισσότερο από όσο φανταζόμασταν στην απόδοση κύρους στον χαρακτήρα, κρίνοντας και από την καταιγίδα σχετικών memes που είχαν σαρώσει το internet μετά το πρώτο Thor. Το Thor: The Dark World συνεχίζει την παράδοση που καθιερώθηκε μετά το Avengers και θέλει τις ταινίες που βασίζονται σε ήρωες της Marvel να περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό σκηνών που μπορούν να γονατίσουν το σινεμά στα γέλια και να σας κάνουν να τις θυμόσαστε για καιρό. Δεν θα αναφέρουμε καμία εδώ, γιατί τις θεωρούμε μεγαλύτερο spoiler ακόμη και από τις πολυάριθμες σεναριακές ανατροπές, όμως το πιο πιθανό είναι να βγείτε από την αίθουσα με six-pack.
Το γέλιο προκύπτει κυρίως από επιτυχημένες, καίριες και σωστά συγχρονισμένες ατάκες των χαρακτήρων, αλλά και από αιφνιδιαστικά και σύντομα οπτικά gags που βασίζονται στην διαφορά επικότητας του κόσμου μας με τον αντίστοιχο της Asgard. Όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν λείπουν και οι forced σχετικές σκηνές, όπως η όχι και τόσο επιτυχημένη μετατροπή του καθηγητή Selvig σε χαρακτήρα comic relief και η αποτυχημένη αντιγραφή της γνωστής σκηνής του Troy με τον Αχιλλέα και τον γίγαντα, όμως συνολικά η προσθήκη του χιούμορ συγκαταλέγεται στα πολύ θετικά στοιχεία της ταινίας. Εδώ μπορεί να διαφωνήσουν οι οπαδοί των ταινιών που βασίζονται σε κόμικ της DC, όμως, αν και η σοβαρή αντιμετώπιση μη ρεαλιστικών υπερηρώων αποτελεί ενδιαφέρουσα προσέγγιση, θεωρούμε ότι η προσθήκη χιούμορ προσδίδει μια καλοδεχούμενη και ταιριαστή αίσθηση αυτοπαρωδίας σε τέτοιου είδους ταινίες. Αρκεί αυτό να γίνεται με σωστό τρόπο, όπως ευτυχώς τείνει να συμβαίνει στα comic adaptations της Marvel μετά το Avengers.
Η μεγαλύτερη απογοήτευση, από την άλλη, προέρχεται από την ατελή και σχεδόν αδιάφορη παρουσία του στοιχείου του Κακού. Τα Dark Elves είναι ένα τσούρμο μέτριων πολεμιστών που βασίζονται στα διαστημόπλοιά τους και στο Aether για να προκαλέσουν οποιαδήποτε ζημιά, ενώ ο Malekith είναι ο ορισμός της αδιάφορης καρικατούρας. Φυσιογνωμικά ο Chris Eccleston, υποβοηθούμενος και από το περίτεχνο μακιγιάζ, όντως μοιάζει απειλητικός, αλλά οι τυποποιημένες ατάκες που καλείται να εκστομίσει δεν του επιτρέπουν να αναδειχθεί με κανέναν τρόπο, ενώ ακόμη και οι ενέργειές του στην ταινία δεν προκαλούν το δέος που θα έπρεπε να αναδύεται απρόσκοπτα από έναν προαιώνιο ηγέτη του Κακού που υποτίθεται ότι είναι σε θέση να εξαϋλώσει το σύμπαν. Οπτικά έχει γίνει πολύ καλή δουλειά, κυρίως λόγω των πολλών εξωτερικών γυρισμάτων σε περιοχές όπως η Ισλανδία, που δίνουν πιο ρεαλιστική αίσθηση στους άλλους πλανήτες και της εντυπωσιακής, αλλά μετρημένης χρήσης εφέ CGI.
Το 3D πάντως δεν προσθέτει στο αποτέλεσμα κάτι πέρα από στοιχειώδες βάθος στις σκηνές και σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί αναπόσπαστο κομμάτι της όλης εμπειρίας, όπως συνέβαινε στο Pacific Rim και το Gravity για παράδειγμα. Το ταιριαστά επικό soundtrack προέρχεται από τον Brian Tyler, ο οποίος πολύ πρόσφατα επιμελήθηκε της μουσικής επένδυσης του Assassin’s Creed IV. Συνοδεύει την δράση επιτυχημένα και προσαρμόζεται σωστά στην ένταση κάθε σκηνής, αλλά δεν περιλαμβάνει ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες μελωδίες.
Το Thor: The Dark World, αν και περιλαμβάνει μία σεβαστή λίστα αδυναμιών, συνεχίζει επάξια την παράδοση των ποιοτικών superhero movies της Marvel, βασιζόμενο στη δράση, το απρόβλεπτο σενάριο και την καλή αίσθηση του χιούμορ. Δεν αποτελεί σημείο καμπής στο είδος, όπως το Avengers, αλλά συνειδητοποιεί, ενστερνίζεται και υποστηρίζει με επιτυχία την ιδιότητα της διασκεδαστικής ταινίας υπερηρωικής δράσης, που έχει ως σκοπό της την έξοδο του θεατή από τον κινηματογράφο με το ειλικρινές χαμόγελο του Thor -ίσως και το ύποπτο μειδίαμα του Loki.



Για την καλύτερη εμπειρία σου θα θέλαμε να σε παρακαλέσουμε να το απενεργοποιήσεις κατά την πλοήγησή σου στο site μας ή να προσθέσεις το enternity.gr στις εξαιρέσεις του Ad Blocker.
Με εκτίμηση, Η ομάδα του Enternity